Τον Οκτώβριο του 1940 οι Ιταλοί πιάστηκαν αδιάβαστοι. Έπρεπε να ξέρουν ότι σε κάθε ιταμή αξίωση της βίας, σε κάθε απειλή κατά της τιμής και της ελευθερίας τους, σε κάθε προσβολή των ιερών και των οσίων τους οι Έλληνες απαντούν ορθοκέφαλα, ενωτικά και με την ψυχή.
Συγκίνηση και θαυμασμός συνέχουν, όποιον στοχάζεται, τι πέρασε ο στρατός μας, για να καταφέρει ό,τι δεν κατόρθωσαν λαοί πολυάριθμοι και με υλικά μέσα επιβλητικά. Από ποιες χαράδρες και πλαγιές ανέβηκαν οι φαντάροι μας, για να καταλάβουν στρατηγικής σημασίας υψώματα, με αντίξοες καιρικές συνθήκες. Τα ποτάμια που διέσχισαν πέφτοντας στο παγωμένο νερό μέχρι το λαιμό και κάτω από τα εχθρικά πυρά. Τις φοβερές οροσειρές που δάμασαν σκαρφαλώνοντας στις ψηλότερες κορφές τους.
Ανάμεσα στους στρατιώτες μας υπήρχαν παιδιά, που δεν ήταν καμωμένα για δεινοπάθειες. Παιδιά καλομαθημένα, υπάρξεις μιμουαπτικές. Κι όμως, έμαθαν να κοιμούνται, χωρίς φαγητό, στο χώμα και να βρίσκουν ζεστασιά στη χιλιοξεσκισμένη χλαίνη τους. Να πολεμούν επί ημέρες με βροχή και με χιόνι, χωμένοι στις λάσπες ως το γόνατο και ο θάνατος να φτερουγίζει γύρω τους.
Από που αντλούσαν αυτή τη δύναμη, την ευψυχία και την αντοχή; Οι ίδιοι αποκαλύπτουν στις επιστολές και στα σημειώματα που διασώθηκαν και η ιστορική έρευνα ανέδειξε, ότι τους στήριζαν, τους ενέπνεαν και τους κραταίωναν η πίστη στην Παναγιά, την οποία άνανδρα ατίμασαν το Δεκαπενταύγουστο του 1940 οι δυσεβείς Ιταλοί και το βαθύτατο αίσθημα ότι ο αγώνας τους γίνεται για κάτι δίκαιο και μεγάλο.
Έτσι, διέλυσαν το παραμύθι της παντοδυναμίας των μηχανοκίνητων φαλάγγων και της εύκολης εισβολής και καθόδου εντός ολίγων ημερών στη Θεσσαλία στα πεδία των μαχών.

