Οι βουλευτικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στις 30 Μαϊου στην Κύπρο, εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, ήταν αναμενόμενο να παραγάγουν πολλές εκπλήξεις. Τελικά προέκυψαν περισσότερες εκπλήξεις από τις αναμενόμενες. Η γενική διαπίστωση – στην οποία συμφωνούν όλοι οι αναλυτές – είναι ότι υπήρξε πρωτοφανής αποδοκιμασία του ίδιου του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, που αν λάβουμε υπόψη και τις εκλογικές ιδιομορφίες του, αποτελεί στην πραγματικότητα απαξίωσή του.
Την πρωτιά απέσπασε ο Δημοκρατικός Συναγερμός ΔΗΣΥ, που βρίσκεται στην κυβέρνηση με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, με ποσοστό 27,8%, με μείωση όμως κατά 2,9%, ενώ καταγράφηκε σημαντική υποχώρηση της αντιπολίτευσης, του αριστερού ΑΚΕΛ 22,3% (-3,3%) του Άντρου Κυπριανού και του κεντρώου Δημοκρατικού Κόμματος ΔΗΚΟ 11,3% (-3,2%), του Νικόλα Παπαδόπουλο. Παρά την μείωση των ποσοστών του, ο ΔΗΣΥ φαίνεται ότι έπεσε στα μαλακά, λόγω της εντυπωσιακής επιτυχίας της προτοεμφανιζόμενης Δημοκρατικής Παράταξης ΔΗΠΑ, του Μάριου Κάρογιαν, που πέτυχε 6,1% και η οποία έχει αρκετά πρωτοκλασάτα στελέχη της στην κυβέρνηση. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο ότι την τελευταία δεκαετία με συσσωρευμένες απανωτές κρίσεις όλων των ειδών και μεγεθών, που μπορεί να βιώσει μια κοινωνία και ένα τραυματισμένο κράτος σε ημικατοχή, το κυβερνών κόμμα, παρά τις διαχρονικές του απώλειες, παρουσιάζει τέτοια αντοχή, ενώ η αντιπολίτευση, που το τελευταίο διάστημα είχε μετατρέψει το θέμα της διαπλοκής σε σημαία της, συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο.
Καθοριστικό συνοδευτικό στοιχείο της πιο πάνω εικόνας των αποτελεσμάτων είναι και η άνοδος του ακροδεξιού ΕΛΑΜ, που με ποσοστό 6,7%, παρουσιάζοντας αύξηση 3%, εκτόπισε οριακά το ιστορικό κόμμα της ΕΔΕΚ από την τέταρτη θέση (6,7%, +0,5%).
Το Κίνημα Οικολόγων με τη νέα ηγεσία του, παρά την άνοδο που παρουσίαζαν οι δημοσκοπήσεις, απέσπασε τελικά 4,41%, -0,4%.
Οι 56 έδρες της νέας Βουλής, κατανεμήθηκαν ως εξής: ΔΗΣΥ 17, ΑΚΕΛ 15, ΔΗΚΟ 9, ΕΛΑΜ 4, ΕΔΕΚ 4, ΔΗΠΑ 4, Οικολόγοι 3.
Τα παραπάνω είναι η πρώτη ανάγνωση (εικόνα) των αποτελεσμάτων. Το εκλογικό – και πολιτικό – όμως σύστημα της Κύπρου έχει αρκετές ιδιομορφίες, που αν δεν τις αναλύσουμε και προσμετρήσουμε, κινδυνεύουμε να έχουμε μόνο επιφανειακή και αποσπασματική εικόνα.
Η μεγάλη ιδιαιτερότητα είναι ο εκλογικός κατάλογος, στον οποίο εγγράφονται οι πολίτες μετά από αίτησή τους και όχι αυτόματα, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, όπως στην Ελλάδα και σε όλες σχεδόν τις χώρες. Απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τον σχετικό νόμο. είναι η συνεχής παραμονή στην Κύπρο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξη μηνών. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί κόφτη, η οποία κρατά μακριά από τα πολιτικά δρώμενα τους απόδημους Κύπριους, που μετά την εισβολή ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Στην Ελλάδα, το τελευταίο διάστημα ήμασταν μάρτυρες παρόμοιου προβληματισμού, στη διακομματική συζήτηση για τη ψήφο των αποδήμων, όσον αφορά την ανάγκη χαλάρωσης των πιθανών εμποδίων.
Στον εκλογικό κατάλογο της Κύπρου, με βάση τον οποίο έγιναν οι εκλογές, είναι εγγεγραμμένοι 558.000 άτομα, ενώ συνειδητά άλλοι 80.000 περίπου πολίτες, στην πλειοψηφία τους νέοι άνθρωποι δεν έχουν εγγραφεί. Δηλαδή οι «εν δυνάμει» εκλογείς ανέρχονται σε 640.000 περίπου.
Από τον αριθμό των εγγεγραμμένων εκλογέων τήρησαν αποχή 191.000 (34,3%). Αν προσμετρηθούν και τα σκοπίμως άκυρα και λευκά ψηφοδέλτια, ο αριθμός αυτός ανεβαίνει περισσότερο. Η πραγματική αποχή των εκλογών αυτών, προκύπτει αν συνυπολογίσουμε την επίσημη καταγραμμένη αποχή και τους μη εγγεγραμμένους, δηλ. 270.000 περίπου, που ως ποσοστό επί του «εν δυνάμει» εκλογικού σώματος (των 640.000) ανέρχεται σε 48%. Αυτό το εύρημα αποτελεί την πρώτη μεγάλη απαξίωση των διαδικασιών και του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Με ανάλογο τρόπο μπορούν να κουρευτούν και τα ποσοστά που έλαβαν όλα τα κόμματα.
Η επόμενη σημαντική ιδιαιτερότητα είναι το όριο για την είσοδο στη Βουλή, που είναι 3,6%. Με βάση το ποσοστό αυτό είσοδο εξασφάλισαν επτά κόμματα, ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΛΑΜ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι, τους οποίους ψήφισαν συνολικά 305.500 εκλογείς, (85,4%). Τα υπόλοιπα μικρά κόμματα και μεμονωμένοι υποψήφιοι, που έμειναν εκτός Βουλής, συγκέντρωσαν αθροιστικά 14,6%. Εκτός Βουλής έμεινε η «Αλληλεγγύη» της Ελένης Θεοχάρους, με 2,3% (και με μείωση των ποσοστών της κατά 3%), και τα νεοσύστατα «Αλλαγή Γενιάς» 2,8%, «Ενεργοί Πολίτες – Κίνημα Κυνηγών» 3,3% και «Αμμόχωστος για την Κύπρο» 1,6% και άλλα μικρότερα. Εδώ προκύπτει η επόμενη μεγάλη διαπίστωση, ότι όλα τα κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή ψηφίστηκαν μόνο από το 48% των εν δυνάμει εκλογέων.
Το 14,6% αντιστοιχούσε σε 9 από τις 56 συνολικά έδρες της Βουλής, οι οποίες αναδιανεμήθηκαν στα κόμματα που εξασφάλισαν την είσοδο. Δηλαδή η (σημαντική) ψήφος ετερότητας ή διαμαρτυρίας προς τα μικρά κόμματα, επεστράφη ως μπούμεραγκ, πριμοδοτώντας τα μεγαλύτερα κόμματα που αποδοκίμασε.
Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο αριθμός των γυναικών που έχουν εκλεγεί είναι 8 σε σύνολο 56, (ποσοστό 14,3%), που δείχνει άλλη μια αδυναμία της νέας σύνθεσης της Βουλής και αποδεικνύει πόσο ανδροκρατούμενη είναι η παραδοσιακή πολιτική της Κύπρου.
Αν τώρα εξετάσουμε το ποσοστό του δικομματισμού, (ΔΗΣ-ΑΚΕΛ), που μέχρι τώρα αποτελούσε τον άξονα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, βλέπουμε ότι τα δύο κόμματα αθροιστικά πήραν μαζί 50,1%, επί του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων. Αν το ποσοστό αυτό αναγάγουμε στη δεξαμενή των «εν δυνάμει» ψηφοφόρων, αυτό διαμορφώνεται στο απίστευτα ισχνό ποσοστό του 28%, βλέπουμε δηλαδή εδώ ότι έχει καταρρεύσει το δίπολο του δικομματισμού, που έχει προκαλέσει τόσα δεινά στο εθνικό θέμα και στην εσωτερική διακυβέρνηση. Αν ακόμα αναγάγουμε το αθροιστικό ποσοστό των τριών μεγαλύτερων παραδοσιακών κομμάτων στην ίδια δεξαμενή πολιτών (συμπεριλαμβάνοντας και το ΔΗΚΟ), το ποσοστό απλά ανεβαίνει στο 34,3%, λίγο περισσότερο από το ένα τρίτο του πραγματικού σώματος των εκλογέων.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μια συγκυρία των πρόσφατων εκλογών αλλά είναι η κατάληξη μιας μακρόχρονης διαδικασίας φθοράς του δικομματισμού (αλλά και του τρικομματισμού), που συναποτελούν τους βασικούς παραδοσιακούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος, (όπως είχαμε επισημάνει και προβλέψει σε σχετικό άρθρο μας στη «Χ» τον Φεβρουάριο του 2018)
Πιο συγκεκριμένα, στις βουλευτικές εκλογές του 2011, το αθροιστικό ποσοστό των δύο μεγάλων κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ ήταν 67,4%, ενώ των τριών, μαζί με το ΔΗΚΟ 83,2%. Στις εκλογές του 2016, το ποσοστό των δύο μεγάλων κατέβηκε στο 56,4% και των τριών στο 70,9%. Το 2021, όπως προαναφέραμε το ποσοστό των δύο μεγάλων έπεσε στο 50,1% και των τριών στο 61,4% επί των εγκύρων ψηφοδελτίων, με τους αριθμούς να καταβυθίζονται, αναγόμενοι στην πραγματική εκλογική δεξαμενή.
Είναι φανερό ότι διαπιστώνεται υστέρηση πολιτικής (και όχι νομικής ή συνταγματικής) νομιμοποίησης του ίδιου του πολιτικού συστήματος, των παραδοσιακών φορέων που το εκπροσωπούν και των βασικών του πολιτικών προσανατολισμών.
Το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί πιθανότατα το τέλος εποχής του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, που οικοδομήθηκε μετά την εισβολή, ενώ η διασπορά της ψήφου σε μικρότερα και νεοσύστατα κόμματα, χωρίς άμεσο πολιτικό αποτέλεσμα ίσως είναι η απαρχή της ζύμωσης μιας νέας πραγματικότητας. Η διαχρονική εξέλιξη του φαινομένου, (που ενισχύεται με την αύξηση της αποχής και μη συμμετοχής), βεβαιώνει ότι η διαδικασία είναι μάλλον ανεπίστροφη.
Οι πολιτικές ηγεσίες θα πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τις παραπάνω διαπιστώσεις και να λειτουργήσουν με γνώμονα την ενίσχυση των καθαρών αξιών του πολιτικού γίγνεσθαι, πολύ περισσότερο όταν τρέχουν οι εξελίξεις στο εθνικό μας θέμα. Αν αγνοήσουν τα μηνύματα των εκλογών και θεωρήσουν τη λεία της συστημικής απαξίωσης ως κεκτημένο επίτευγμα, η αποδοκιμασία θα σαρώσει στις όποιες επόμενες εκλογές, με πιθανότερο σίγουρο αποτέλεσμα την ενίσχυση των ποσοστών του ακροδεξιού ΕΛΑΜ, που παρά την «κανονικοποίηση» και το ήπιο πολιτικό στίγμα που εξέπεμψε προεκλογικά, βαρύνεται με το ιστορικό της θυγατρικής της Χρυσής Αυγής, που ναι μεν την αποκήρυξε οργανωτικά αλλά διατηρεί αλώβητη την πίστη στην ιδεολογία και την ιστορική της διαδρομή.
Υπάρχει ο αντίλογος ότι το φαινόμενο είναι διάσπαρτο στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και ότι η ακροδεξιά «μπαίνει σε μια δημοκρατική τάξη». Στην Κύπρο, η τότε εθνικιστική ακροδεξιά δημιούργησε της συνθήκες για το χουντικό πραξικόπημα και την προδοσία της τουρκικής εισβολής του ’74. Η Κύπρος σήμερα εξακολουθεί να είναι ένα ημικατεχόμενο κράτος και η ενίσχυση της νέας ακροδεξιάς, (έστω και σαν κίνημα διαμαρτυρίας) δεν ενισχύει την καθαρότητα των στόχων μας για απελευθέρωση και επανένωση. Αντίθετα τροφοδοτεί με επιχειρήματα την τουρκική πλευρά, που ήδη τα χρησιμοποιεί για να προωθήσει τη λύση των δύο κρατών. Στην περίπτωσή μας ισχύει το αρχαίο ρητό «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».
Η αποδυνάμωση της τροφοδοσίας της νέας ακροδεξιάς, αποτελεί συνώνυμο της αποκατάστασης της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, σε νέα βάση και με νέες αξίες, πράξεις και πολιτικούς ανα-προσανατολισμούς. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να καταλήγουμε με εθνική συνεννόηση στην επανατοποθέτηση των στόχων μας για τη λύση του Κυπριακού και όχι κάθε φορά να αναζητούμε τακτικισμούς της τελευταίας στιγμής. Και φυσικά με μόνιμο ορίζοντα την διασφάλιση και ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις βουλευτικές εκλογές της οποίας αναφέρεται το παρόν άρθρο.
Λευτέρης Κωνσταντινίδης, Μέλος ΣΕΥΑΕΚ*
- Το παρόν άρθρο, χρησιμοποίησε επίσημες πηγές για την ακρίβεια των στοιχείων του. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές