Ιδού η απορία!
Εμείς, με τα… λίγα κολλυβογράμματα που ξέρουμε, θα σας πούμε τα εξής:
α)ο Μεταξάς, σύμφωνα με τα βιβλία του μεγάλου Έλληνα Ιστορικού Απόστολου Βακαλόπουλου, επισήμως τηρούσε στάση ουδετερότητας στον Β’ ΠΠ, εντούτοις, όταν δέχτηκε το τελεσίγραφο, “ελαφρώς συγκινημένος”, είπε στα γαλλικά στον Ιταλό πρεσβευτή: “alors, c’est la guerre” (λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο)
β)ο Μεταξάς, σύμφωνα με τα ημερολόγιά του, αναγνώριζε το καθεστώς του ως συγγενικό προς το ιταλικό, το γερμανικό αλλά και το… σοβιετικό!
γ)παράλληλα, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, δεν εμπιστευόταν τις δυνάμεις του Άξονα, αλλά τη Μ. Βρετανία, με την οποία είχε “περιορισμένη συνεργασία”
δ)ο ελληνικός λαός, παρά τη μεγάλη ανισορροπία δυνάμεων, απώθησε το στρατό του Μουσολίνι ως βαθιά στα εδάφη της τότε Αλβανίας και, ακόμα και όταν ήρθε προς βοήθειά του και ο έτερος Καππαδόκης από τη Γερμανία, αντιστάθηκε με τρομακτικό σθένος

Ο Μεταξάς λοιπόν προτίμησε τον πόλεμο από μια ταπεινωτική “ειρήνη”, αλλά ο ελληνικός στρατός ήταν που έδωσε τα μέγιστα, με τη βοήθεια του Θεού βεβαίως που συντρέχει τους “άδικα πολεμούμενους”, για την αντίσταση.
Ο Γιώργος Θεοτοκάς γράφει σχετικά: “Ο δικτάτορας επιβλήθηκε εύκολα. Σχεδόν κανείς δεν τον ήθελε, όμως πρέπει να ομολογήσουμε πως κανείς δεν είχε αληθινή όρεξη να τον ρίξει. Ήταν μια περίοδος απιστίας και λησμονιάς“.
Ο Μεταξάς ήταν Τέκτονας ο ίδιος, ενώ επέβαλε, όπως γράφει και ο πολιτικός επιστήμονας Γιώργος Κοντογιώργης στο βιβλίο του για την “4η Αυγούστου”, τον “Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό”, μια σύνθεση… ιδίας εμπνεύσεως, με ό,τι καταλάβαινε ο ίδιος και οι θεωρητικοί του καθεστώτος από την ελληνική παράδοση.
Συν τοις άλλοις, σε αντίθεση με αρκετούς θαυμαστές του, ήταν έντονα αντικαπιταλιστής και αποκαλούσε το αστικό σύστημα -εύστοχα, πρέπει να πούμε- “πλουτοδημοκρατία”. Βεβαίως, η αντίθεση στον ακραίο καπιταλισμό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (που είναι μια “κοινωνική ακροδεξιά”) δεν επιλύεται με τον πολιτικό αυταρχισμό ή ολοκληρωτισμό αλλά με την κοινωνική δικαιοσύνη και την αληθινή -όχι αστική- δημοκρατία!

ΓΝΠ

του Ηρακλή Κανακάκη

Η έκρηξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς αλληλουχίας γεγονότων.

Ο Ιταλικός μεγαλοϊδεατισμός

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά και πριν, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες πέρασαν από πολλές διακυμάνσεις. Η Ιταλία, μετά την ενοποίησή της (1861), ανέπτυξε ένα μεγαλοϊδεατισμό, ο οποίος προκάλεσε προστριβές και ρήξεις με την Ελλάδα για το Ιόνιο Πέλαγος και την Ήπειρο. Στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878) συνέβαλε παρασκηνιακά, ως παρατηρητής, στον περιορισμό της επέκτασης των ελληνικών συνόρων ώς τον ποταμό Άραχθο.
Μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (1912), η Ιταλία εργάστηκε πυρετωδώς, τόσο στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Μάιος 1913) όσο και κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913), για τη δημιουργία μεγάλης Αλβανίας, η οποία θα προσδενόταν στο ιταλικό κράτος. Η Ελλάδα είχε περιορισμένη ενδοχώρα. Η Σερβία θα αποκλειόταν από την Αδριατική και η Ιταλία θα κατοχύρωνε την επιρροή της στα Βαλκάνια. Και τα κατάφερε με την επιδίκαση στην Αλβανία των περιφερειών της Χειμάρρας, των Αγίων Σαράντα, του Αργυρόκαστρου, του Δέλβινου, της Κορυτσάς και του Τεπελενίου, αν και το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταυτόχρονη με την Ιταλία συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) και οι βλέψεις της Ελλάδας στη Μικρά Ασία και στη Βόρειο Ήπειρο έθεταν εμπόδια στον ιταλικό ιμπεριαλισμό.
Η Συνθήκη Βενιζέλου-Τιτόνι (το όνομα του Ιταλού Υπουργού Εξωτερικών), με την οποία η Ιταλία θα υποστήριζε την παραχώρηση της Κορυτσάς στην Ελλάδα, τις παραμονές της υπογρα- φής της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), υπό το πρόσχημα της μη ικανοποιήσεως των ιταλικών διεκδικήσεων στη Μικρασία, καταγγέλθηκε μονομερώς. Έκτοτε, σε όλη τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας υποστήριζε και ενίσχυε τον Μουσταφά Κεμάλ.

Εκβιασμοί και προκλήσεις

Στα χρόνια του Μπενίτο Μουσολίνι, ηγέτη του νεοπαγούς φασιστικού κόμματος, συνεχίσθηκαν οι προκλήσεις και οι προσπάθειες διεύρυνσης της ιταλικής επιρροής. Στις 27 Αυγούστου 1923, στην Κακαβιά, βρέθηκαν δολοφονημένοι ο Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελλίνι και η τετραμελής ακολουθία του. Η δολοφονία, που παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστη, έδωσε την ευκαιρία στον Μουσολίνι να προβεί σε ωμό εκβιασμό
κατά της Ελλάδας, η οποία είχε βγει καταρρακωμένη και αιμάσσουσα από τη Μικρασιατική τραγωδία. Όροι που έθιγαν τα κυριαρχικά δικαιώματα απορρίφθηκαν και διέταξε την κατάληψη της Κέρκυρας (31 Αυγούστου). Τελικά, η Ελληνική Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση 50 εκατ. λιρέτες, προκειμένου να αποσυρθούν τα ιταλικά στρατεύματα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι ελληνο-ιταλικές σχέσεις ήταν ταραχώδεις και συγκρουσιακές. Τον Αύγουστο του 1939 ο ιταλικός στρατός πραγματοποιεί μεγάλα γυμνάσια στα ελληνο-αλβανικά σύνορα. Τα αεροπλάνα μπαινοβγαίνουν στον ελληνικό εναέριο χώρο και κουρελιάζουν την κυριαρχία μας. Τον Ιούνιο του 1940 οι Ιταλοί μάς κατηγορούν ότι παραχωρούμε τα λιμάνια της Κρήτης και τα νησιά μας στον βρετανικό στόλο. Ότι από τα αεροδρόμιά μας εφορμούν εγγλέζικα αεροπλάνα και καταποντίζουν ιταλικά υποβρύχια στο Ιόνιο. Ότι τα τέσσερα αντιτορπιλλικά μας που ναυλοχούν στη Μήλο είναι εγγλέζικα. Οι ιταμές κατηγορίες και γελοιότητες δεν έχουν τέλος.
Στις 12 Ιουλίου 1940 ο φασισμός αρχίζει έμπρακτα τον πόλεμο νεύρων και τις φανερές εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Βυθίζει μικρό σκάφος, βοηθητικό του καραβιού «Ωρίωνα», που πήγαινε να εφοδιάσει τον φάρο της Γραμβούσας.
Βομβαρδίζει από αέρος το αντιτορπιλλικό «Ύδρα» και υποβρύχιά μας στην Ιτέα. Ο σκοπός ήταν διττός: να τσακίσει το ηθικό των Ελλήνων και να τους ερεθίσει, ώστε να εκτραπούν σε πράξεις βίας, δίδοντάς του αφορμή πολέμου.
Οι σχεδιασμοί των Ιταλών δεν ευοδώνονται. Οι Έλληνες διατηρούν την ψυχραιμία τους και παράλληλα ετοιμάζονται για τον πόλεμο που έρχεται. Καταλαμβάνονται από λύσσα οι Ιταλοί και αποφασίζουν εχθροπραξία κορυφαίων διαστάσεων: τον τορπιλλισμό του εύδρομου «Έλλη», που συμμετείχε στον εορτασμό της Μεγαλόχαρης στην Τήνο.

Όλοι με όλες τους τις δυνάμεις

Τη μάχη κατά του εισβολέα, που επέλεξε ημερομηνία επίθεσης την 28η Οκτωβρίου, επέτειο της φασιστικής «πορείας προς τη Ρώμη» του 1922, την έδωσε μια στυγνή δικτατορία. Το σημαντικό, όμως, ήταν η σωτηρία της πατρίδας. Η υπεράσπιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του λαού, που τον έπνιγε η αδικία. Και όλοι έπρεπε να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις.
Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεν ωφελούν μικρόψυχες, διχαστικές και ανιστορικές αντιπαραθέσεις) έγινε ο εκφραστής της λαϊκής θέλησης. Απάντησε όπως επέβαλλαν οι τρισχιλιόχρονες παραδόσεις του έθνους: “Alors, c’est la guerre”, δηλαδή «ώστε, λοιπόν, πόλεμος». Η φράση μετονομάσθηκε σε ΟΧΙ, που το αγκάλιασε ένθερμα ο ελληνικός λαός και το έκανε πράξη ως στρατός και ως συμμέτοχος ο άμαχος πληθυσμός. Αυτός, λοιπόν, ο δικτάτορας, που δήλωνε και έδειχνε πιστός χριστιανός, αλλά το απάνθρωπο καθεστώς του δεν είχε καμιά σχέση με τον Χριστό της αγάπης, της συγχώρεσης και της ταπείνωσης, τη δεκαετία του 1930 συμπορεύθηκε με τον κοινοβουλευτισμό και την αβασίλευτη Δημοκρατία, της οποίας υπήρξε στυλοβάτης εντός του αντιβενιζελισμού, στην πρώτη 4ετία εφαρμογής της (1924-1928).
Στη συνεδρίαση της Βουλής τής 18ης Μαΐου 1927 είχε δηλώσει: «Υπήρξα πάντοτε υπέρμαχος του κοινοβουλευτισμού, δεν δύναται δε η μειονοψηφία να επιβάλει την θέλησίν της στην πλειονοψηφίαν». Η μεταστροφή του προς τον αντικοινοβουλευτισμό πιθανώς να είχε αποτραπεί, αν είχε επιβιώσει κοινοβουλευτικά το 1928 με το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, του οποίου ηγείτο (Ιωάννης Δασκαρόλης, Μεταξάς εναντίον Τσαλδάρη. Η άγνωστη αντιβενιζελική σύγκρουση (1924-1928), ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2023).

Κρίσιμα ερωτήματα

Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί ορόσημο αντίστασης του νέου Ελληνισμού. Έξαρση καθολικού χαρακτήρα του νεοελληνικού έθνους, που επιβεβαιώνει την επισήμανση του γνωστού σύγχρονου ιστορικού Ν. Σβορώνου ότι «ο αντιστασιακός χαρακτήρας διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία». Σήμερα, έναντι ποίου καλείται να αντισταθεί ο ελληνικός λαός; Ποιος είναι ο εχθρός και ο επίβουλος; Ποια η μορφή και το περιεχόμενο της σύγχρονης αντίστασης; Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί λειτουργούν, έτσι ώστε να καλλιεργείται η εθνική ταυτότητα και η επίγνωση ότι χωρίς ζωντανή και δρώσα την εθνική μνήμη το μέλλον είναι αβέβαιο και ναρκοθετημένο;
Τα τρόπαια που έστησαν οι πρόγονοί μας είναι για να τα θαυμάζουμε, να τα χαζεύουμε και να επαιρόμασθε, ή για να τροφοδοτούν την κριτική στάση και τη μετάνοια για τα σφάλματά μας και να παρωθούν σε μίμηση των εκείνων αρετών; Εν προκειμένω, είναι άκρως διδακτικός ο λόγος του Δημοσθένη: «Νομίζετε τους προγόνους υμών αναθείναι τα τρόπαια, ουχ ίνα θαυμάζητε αυτά θεωρούντες, αλλ’ ίνα μιμήσθε τας εκείνων αρετάς»

ΦΩΤΟ: Μπροστά στη χιονισμένη Τρεμπεσίνα. Ιανουάριος 1941.

Ο διανοούμενος και γλωσσολόγος Νόαμ Τσόμσκυ είχε αναφέρει παλαιότερα σε συνέντευξή του ότι μια έντιμη ιστοριογραφία στο μέλλον θα έπρεπε να αναγνωρίσει την κορυφαία αντιστασιακή συμβολή της Σερβίας (Γιουγκοσλαβικού κράτους) και της Ελλάδας. Η τελευταία συνέβαλε, όπως έλεγε, τα περισσότερα θύματα στην αντίσταση στο ναζισμό.

Αυτή η στάση πράγματι χαρακτήρισε κατεξοχήν τον ευγενή γιουγκοσλαβικό-σερβικό λαό και τον ελληνικό και σε ό,τι αφορά την πολεμική αντίσταση στη φασιστική Ιταλία και χιτλερική Γερμανία τα κρίσιμα έτη 1940-1. Ο Ζακ Ελλύλ, ο οποίος αν και αντιεθνικιστής, συμμετείχε στη γαλλική αντίσταση, τόνιζε πως ο ναζισμός έχει κατεξοχήν μηδενιστικό χαρακτήρα. Όπως λέει ο Νίτσε στον «Αντίχριστο», η (αυθεντική) παράδοση είναι χρεωκοπημένη, όλες οι αξίες μεταξιώνονται και πως, όπως γράφει ο μεγάλος κοινωνιολόγος Μαξ Χορκχάιμερ, το «Γερμανικό Υπουργείο Προπαγάνδας, με συνέπεια [στις επιστημονικές μεθόδους] χρησιμοποιούσε ελεγχόμενα πειράματα, που δοκίμαζαν όλες τις αξίες στη βάση των αιτίων και των συνεπειών τους». Και πώς να εξηγήσουμε αλλιώς το γεγονός ότι μια κατεξοχήν ρωμαιοκαθολική χώρα, όπως η Ιταλία, προέβη στον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα της κορυφαίας Θεομητορικής γιορτής του χρόνου της γειτονικής της χώρας που δήλωνε μάλιστα ότι τηρεί στάση ουδετερότητας; Ό,τι απομένει αφού χρεωκοπήσουν οι αξίες είναι η “ψυχρή λογική”, όπως πάλι λέει ο Χορκχάιμερ που έζησε από κοντά το ναζισμό, μάλιστα στη μορφή του ποιος έχει τα περισσότερα τανκς και στην “ορθολογική” υποταγή σε αυτόν που τα έχει.

Ο Ιταλός πρεσβευτής Εμ. Γκράτσι, που είχε προσπαθήσει να αποσοβήσει τον πόλεμο και τις προκλήσεις ως ένα βαθμό, επέδωσε στις 3 το πρωί τελεσίγραφο στον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, ζητώντας ουσιαστικά την εν λευκώ παραχώρηση και κατοχή του ελλαδικού εδάφους για τους σκοπούς του Άξονα, ως το τέλος του πολέμου. Ο Μεταξάς, δικτάτορας, τέκτονας και παραμορφωτής του ελληνικού πολιτισμού, με δηλωμένη (στα ημερολόγιά του του 1941) τη συγγένεια με το ιταλικό και γερμανικό καθεστώς, σύμφωνα με τον Απ. Βακαλόπουλο «ελαφρά συγκινημένος, απορρίπτει αμέσως το τελεσίγραφο και με φωνή θλιμμένη αλλά σταθερή, του λέγει: «Alors, cest la guerre» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο)».

Ο ελλαδικός στρατός, με το σθένος που δίνει το δίκαιο και με μαρτυρημένη την παρουσία αγίων και της Θεοτόκου Μαρίας, που πάντα, εφόσον τους ζητηθεί, βοηθάνε όχι ένα συγκεκριμένο έθνος αλλά προασπίζουν τους «αδίκως πολεμουμένους» κατόρθωσε όχι απλώς να αποσοβήσει την κατοχή ελλαδικού εδάφους αλλά να φτάσει μέχρι τη γραμμή Χιμάρα-Τεπελένι-Κλεισούρα-Πόγραδετς στη Β.  Ήπειρο, γραμμή που κράτησε και κατά την «εαρινή επίθεση» μετά το θάνατο του Μεταξά.

Εκτός από το «φιλελεύθερο και δημοκρατικό πνεύμα του ‘21» (Γ. Θεοτοκάς), η Ελλάδα έχει και στις υπόλοιπες παραδόσεις της πολύ έντονο αντιτυραννικό πνεύμα. Ο Μέγας Φώτιος τονίζει χαρακτηριστικά ότι κάθε τύραννος πάντοτε γκρεμίζεται από την εξουσία και ο Πυθαγόρας αποδοκιμάζει έντονα τη βία της τυραννίας και καλεί τους τυράννους σε «πιο αγαθοεργούς τρόπους διακυβέρνησης».

Εκδήλωση αυτού του πνεύματος ήταν και το «ΌΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου του 1940 και στο βωμό αυτής της αντίστασης στο κακό προσφέρθηκαν πρόθυμα ανθρώπινες ζωές, με καρπό την «αρχή του τέλους», σύμφωνα με τον Γκράτσι, του Άξονα και την καταλυτική καθυστέρηση των ναζιστικών στρατευμάτων που βρέθηκαν το βαρύ ρωσικό χειμώνα έξω από τη Μόσχα και το Λένινγκραντ.

Αυτό είναι που γιορτάζουμε σήμερα. Ας είναι αιώνια η μνήμη των ηρώων συμπατριωτών μας και είθε το αντιτυραννικό τους πνεύμα να ζήσει στον αιώνα.

 

Γ.-Ν. Π.

Τον Οκτώβριο του 1940 οι Ιταλοί πιάστηκαν αδιάβαστοι. Έπρεπε να ξέρουν ότι σε κάθε ιταμή αξίωση της βίας, σε κάθε απειλή κατά της τιμής και της ελευθερίας τους, σε κάθε προσβολή των ιερών και των οσίων τους οι Έλληνες απαντούν ορθοκέφαλα, ενωτικά και με την ψυχή.

Συγκίνηση και θαυμασμός συνέχουν, όποιον στοχάζεται, τι πέρασε ο στρατός μας, για να καταφέρει ό,τι δεν κατόρθωσαν λαοί πολυάριθμοι και με υλικά μέσα επιβλητικά. Από ποιες χαράδρες και πλαγιές ανέβηκαν οι φαντάροι μας, για να καταλάβουν στρατηγικής σημασίας υψώματα, με αντίξοες καιρικές συνθήκες. Τα ποτάμια που διέσχισαν πέφτοντας στο παγωμένο νερό μέχρι το λαιμό και κάτω από τα εχθρικά πυρά. Τις φοβερές οροσειρές που δάμασαν σκαρφαλώνοντας στις ψηλότερες κορφές τους.

Ανάμεσα στους στρατιώτες μας υπήρχαν παιδιά, που δεν ήταν καμωμένα για δεινοπάθειες. Παιδιά καλομαθημένα, υπάρξεις μιμουαπτικές. Κι όμως, έμαθαν να κοιμούνται, χωρίς φαγητό, στο χώμα και να βρίσκουν ζεστασιά στη χιλιοξεσκισμένη χλαίνη τους. Να πολεμούν επί ημέρες με βροχή και με χιόνι, χωμένοι στις λάσπες ως το γόνατο και ο θάνατος να φτερουγίζει γύρω τους.

Από που αντλούσαν αυτή τη δύναμη, την ευψυχία και την αντοχή; Οι ίδιοι αποκαλύπτουν στις επιστολές και στα σημειώματα που διασώθηκαν και η ιστορική έρευνα ανέδειξε, ότι τους στήριζαν, τους ενέπνεαν και τους κραταίωναν η πίστη στην Παναγιά, την οποία άνανδρα ατίμασαν το Δεκαπενταύγουστο του 1940 οι δυσεβείς Ιταλοί και το βαθύτατο αίσθημα ότι ο αγώνας τους γίνεται για κάτι δίκαιο και μεγάλο.

Έτσι, διέλυσαν το παραμύθι της παντοδυναμίας των μηχανοκίνητων φαλάγγων και της εύκολης εισβολής και καθόδου εντός ολίγων ημερών στη Θεσσαλία στα πεδία των μαχών.

Details