Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις αποφάσεις  2260-2261/2025, αμφισβητεί κατά πόσον η Τράπεζα της Ελλάδος έχει το δικαίωμα να επιβάλει σε διευθυντικά στελέχη των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (Servicers), τις αυστηρές κυρώσεις που προβλέπονται για τα στελέχη των Τραπεζών.

Με το σκεπτικό ότι οι Servicers, ως εταιρείες «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού», περιορίζονται αυστηρά στη διαχείριση, την είσπραξη και τη διαπραγμάτευση δανείων. Κι ότι δεν δανείζουν δικά τους κεφάλαια διακινδυνεύοντας την ίδια τους την περιουσία, αλλά λειτουργούν ως ενδιάμεσοι διαχειριστές. 

Συνεπώς, το Δικαστήριο εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες αν ορθώς περιλαμβάνονται στα χρηματοδοτικά ιδρύματα με βάση την ελληνική νομοθεσία, προκειμένου να διευκολύνεται η τιμωρία των στελεχών τους. Με προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) του Λουξεμβούργου, το ΣτΕ θέτει θέμα κατά πόσον η πρόβλεψη αυτή της ελληνικής νομοθεσίας είναι συμβατή με το λογιζόμενο ως υπέρτερο ευρωενωσιακό Δίκαιο. 

Οι αποφάσεις εκδόθηκαν ύστερα από προσφυγή στελεχών εταιρείας σέρβισερς στο ΣτΕ, για την ακύρωση εξοντωτικών κυρώσεων που τους επιβλήθηκαν από την Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ. (Μεγάλα πρόστιμα, υποχρεωτική αντικατάσταση από το Διοικητικό Συμβούλιο, διετής αποκλεισμός από κάθε θέση σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Το θέμα είναι μείζον, με δεδομένο ότι οι σέρβισερς διαχειρίζονται τραπεζικά προϊόντα. Ακόμα κι αν δεν περιλαμβάνονται με τη στενή έννοια στα πιστωτικά ιδρύματα για μόνο το λόγο αυτό, ο Έλληνας νομοθέτης, είχε όχι μόνο δικαίωμα, αλλά τη στοιχειώδη υποχρέωση να τους εξομοιώσει με αυτά. Ιδίως ως προς τη δέσμευσή τους από τον κώδικα τραπεζικής δεοντολογίας και το πλαίσιο των κυρώσεων. Πρόσφατα ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί και ότι μπορούν να κάνουν και το διάδικο στο Δικαστήριο, να παρίστανται, δηλαδή, οι ίδιοι αυτοπροσώπως και όχι ως εκπρόσωποι των “επενδυτών” (φαντς) που έχουν αγοράσει τα κόκκινα δάνεια. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο όφειλε να είχε δεχτεί ότι ακόμα κι αν δεν περιλαμβάνονται στα πιστωτικά ιδρύματα, οι “σέρβισερς” ως διαχειριζόμενοι τραπεζικά προϊόντα, εξομοιώνονται με αυτά ως προς την υποχρέωση αυστηρής τήρησης του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας και τις υποχρεώσεις των στελεχών τους.

Με τη στάση του το ΣτΕ  ανοίγει το δρόμο στην ακόμα μεγαλύτερη ασυδοσία των εταιριών αυτών και των στελεχών τους, αφού αν γίνει δεκτό ότι κακώς η ΤτΕ τους επέβαλε κυρώσεις, τους επιτρέπεται να λειτουργούν όπως τούς αρέσει,  χωρίς εποπτεύουσα αρχή. Αυτή είναι άραγε η πρόβλεψη του ευρωενωσιακού δικαίου;

Με δύο αποφάσεις του με όμοιο σκεπτικό, το Δ’ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε  αντισυνταγματική την παραχώρηση της πλειοψηφίας των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ στην  Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ), το περιβόητο “Υπερταμείο”  -διάδοχο σχήμα του ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο είναι ο μηχανισμός ρευστοποίησης της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου προς όφελος των Δανειστών. Το επόμενο στάδιο αυτής της μεταβίβασης είναι η εκποίηση και ιδιωτικοποίηση των μεγαλύτερων εταιριών ύδρευσης της χώρας, της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Η υπόθεση παραπέμπεται για οριστική κρίση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, η οποία το 2014 είχε κρίνει αντισυνταγματική τη μετατροπή της ΕΥΔΑΠ σε ιδιωτική επιχείρηση. Τώρα, καλείται να εμμείνει στη νομολογία της, περιφρουρώντας έτσι ένα βασικό αγαθό από τις ορέξεις των κερδοσκόπων και της διεθνούς παρασιτικής Ολιγαρχίας, η οποία επωφελούμενη από την πολιτική ιδιωτικοποιήσεων της Ε.Ε. λυμαίνεται τις έτοιμες υποδομές του Δημοσίου. 

Σύμφωνα με το σκεπτικό των δύο αποφάσεων:         

«ο έλεγχος της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. δύναται να ασκείται όχι μόνο ευθέως από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και εμμέσως από αυτό, δια της παρεμβολής άλλου νομικού προσώπου. Τούτο όμως είναι επιτρεπτό μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το παρεμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο έχει συσταθεί για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, υπόκειται, ως προς τις εξουσίες που διαθέτει σε σχέση με τη διαχείριση της ΕΥΔΑΠ [δια της κατοχής της πλειοψηφίας του μετοχικού της κεφαλαίου], στις ουσιαστικές δεσμεύσεις οι οποίες απορρέουν από το Σύνταγμα σε σχέση με την παρεχόμενη συγκεκριμένη υπηρεσία κοινής ωφέλειας και, επιπροσθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο, αφενός, κατέχει το μετοχικό του κεφάλαιο και, αφετέρου, ελέγχει πλήρως τα όργανα διοίκησής του, δια του διορισμού, ιδίως, των μελών του Διοικητικού του Συμβουλίου».

«με τις ρυθμίσεις του ν. 4389/2016 δεν διασφαλίζεται ο έλεγχος του Ελληνικού Δημοσίου επί του  Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΣΥΠ ΑΕ, η οποία κατέχει ποσοστό 50,003% του μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Και τούτο διότι το Διοικητικό Συμβούλιο της που, αφενός, έχει το τεκμήριο αρμοδιότητας για όλα τα σχετιζόμενα με τη διαχείριση της Εταιρείας θέματα και, αφετέρου, ασκεί τα δικαιώματα ψήφου της ΕΕΣΥΠ στις θυγατρικές της, διορίζοντας, μεταξύ άλλων, τα όργανα διοίκησης της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, δεν ορίζεται από τη Γενική Συνέλευση της ΕΕΣΥΠ, δηλαδή από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά από ειδικό συλλογικό όργανο, το Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΕΣΥΠ. Τα μέλη δε του Εποπτικού Συμβουλίου δεν ορίζονται από το Δημόσιο, αλλά με συναπόφαση του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, ενεργούντων από κοινού, αφετέρου.

Η απαιτούμενη, σύμφωνα με τον νόμο, συναίνεση του υπουργού Οικονομικών για τα επιλεγόμενα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ΕΜΣ δύο μέλη δεν αναιρεί την αποφασιστική αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον ΕΜΣ ως προς την εκλογή όλων των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, εφόσον ακόμη και για τα τρία μέλη που εκλέγονται από το Ελληνικό Δημόσιο απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΕΜΣ».