“Αυτό το γράμμα τόνιζε, ότι στο δικό μας γένος των Ελλήνων βασιλεύει η σοφία, και, ωσάν να πρόκειται για πηγή, από αυτήν παντού ανέβλυσαν σταγόνες˙ (…) Εκείνο όμως πως αγνοήθηκε, ή και αν δεν αγνοήθηκε, πως παρασιωπήθηκε, το ότι μαζί με την σοφία που βασιλεύει σε μας, κληροδοτήθηκε στο δικό μας γένος η κοσμική αυτή βασιλεία από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος φρόντισε να προσθέσει στην εξουσία το σεμνό και το τίμιο, δια της ανταποκρίσεως στην του Χριστού κλήση; Διότι ποιος απ’ όλους αγνοεί ότι η κληρονομιά της διαδοχής του μεταβιβάστηκε στο δικό μας γένος και εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του;”
Το παραπάνω απόσπασμα περιλαμβάνεται στην επιστολή-απάντηση του αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ’ Δούκα-Βατάτζη προς αλαζονική επιστολή του Πάπα Γρηγορίου Θ’, ο οποίος τόνιζε ότι λόγω της σοφίας τους οι Έλληνες όφειλαν να είχαν αντιληφθεί τα δικαιώματά του. Προφανής σκοπός του ήταν να προσβάλει τον αυτοκράτορα, υπενθυμίζοντάς του ότι εκείνος εξουσίαζε τη Ρώμη και ότι εκείνος, ως Έλληνας και βασιλέας των Ελλήνων, δεν είχε νομιμοποίηση να διεκδικεί τη βασιλεία των Ρωμαίων και την ανάκτηση της λατινοκρατούμενης Κωνσταντινούπολης.
Η επιστολή του Ιωάννη είναι από τα πρώτα κείμενα που σώζονται, στο οποίο οι Βυζαντινοί θεωρούν ρητά ως Έλληνα τον εαυτό τους. Ανατρέπει την επιχειρηματολογία του Πάπα, τονίζοντας ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος κληροδότησε νόμιμα τη ρωμαϊκή βασιλεία στο γένος των Ελλήνων. Και ότι η μετάβαση αυτή συνοδεύτηκε από μια πιο “σεμνή και τίμια” και δίκαιη πολιτική εξουσία σε σχέση με την προηγούμενη, λόγω της επικράτησης του Χριστιανισμού.
Τονίζει επίσης ότι ” Εμείς δε, αν και αναγκαστήκαμε βίαια να μετακινηθούμε, κατέχουμε αμετακίνητα και αμετάπτωτα το δικαίωμα στην αρχή και το κράτος, με τη χάρη του Θεού˙ διότι αυτός που βασιλεύει, έθνους και λαού και πλήθους λέγεται ότι άρχει και εξουσιάζει και όχι λίθων και ξύλων, αυτών που συνιστούν τα τείχη και τους πύργους.” Πέρα από την ιστορική νομιμοποίηση, αναδεικνύει και τη νομιμοποίησή του ως η νόμιμη Αρχή που εκφράζει τον Λαό, ο οποίος διαβίωνε υπό τη λατινική κατοχή και τυραννία.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, επιλέγοντας να καταστήσει πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ίδρυσε, έβαλε τις βάσεις για την διαμόρφωση της ταυτότητας του νέου Ελληνισμού, που στα ποιήματα και στα τραγούδια αποκαλείται “Ρωμιοσύνη”. Το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, η ελληνική γλώσσα και παιδεία που κυριαρχούσαν στο τμήμα εκείνο του ρωμαϊκού κράτους και η ρωμαϊκή κρατική συνέχεια, ήταν οι τρεις πυλώνες της Ρωμανίας. Ο πολίτης του κράτους ήταν Ρωμαίος ή Ρωμιός, Χριστιανός Ορθόδοξος και με την ελληνική Παιδεία ως πολιτιστικό σημείο αναφοράς.
Και μετά την πτώση της Πόλης, η ανάμνηση της χιλιόχρονης έννομης τάξης της Ρωμανίας, της οποίας οι υπόδουλοι Ρωμιοί αισθάνονταν και αποκαλούσαν τους εαυτούς τους πολίτες, κράτησε ζωντανό το όραμα της της απελευθέρωσης από τη δουλεία, με την ανατροπή της τυραννικής και ληστρικής “έννομης” τάξης που την αντικατέστησε, της οθωμανικής. Και με αυτό τον τρόπο, ο Μέγας Κωνσταντίνος έβαλε τις βάσεις, το Ρωμαϊκό κράτος να μετεξελιχθεί σε συνέχεια και προέκταση των ελληνιστικών βασιλείων.
Εδώ ολόκληρη η επιστολή του Ιωάννη Βατάτζη. Μεταφρασμένη από την Ι. Μονή Παντοκράτορος.
ΦΩΤΟ: Λεπτομέρεια ψηφιδωτού με τον Μέγα Κωνσταντίνο να αποδίδει την Πόλη στο Χριστό.

