του Κωνσταντίνου Μπλάθρα
Θα ακουστεί ίσως παράταιρο το ξεκίνημά μου, αλλά θέλω να σας πάω πίσω διακόσια τόσα χρόνια, στη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση. Η Ελληνική Επανάσταση, μία από τις τρεις μεγάλες επαναστάσεις που συγκλόνισαν την Ευρώπη και κατ’ επέκτασιν ολόκληρο τον κόσμο –ανάμεσα στη Γαλλική και στη Ρώσικη, εννοώ– ανέτρεψε, όσον αφορά τα Βαλκάνια και την Ανατολή, που μας απασχολεί εδώ, ισορροπίες πέντε αιώνων της μετα-βυζαντινής εποχής στην περιοχή μας. Με την Άλωση της Πόλης, όπως γνωρίζουμε, αυτό που λέμε σήμερα Ανατολική Μεσόγειος ενοποιείται κάτω από ένα κράτος, το οποίο στηριζόταν θεσμικά εν μέρει στη βυζαντινή πολιτειακή κληρονομιά και εν μέρει στις πολιτικο-θρησκευτικές ισορροπίες και θεσμικές συνήθειες οι οποίες προέκυψαν μετά την αραβική κατάκτηση μεγάλου μέρους της Ανατολής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ελληνιστική πολη-τική παράδοση, όπως μεταγγίστηκε στους Ρωμαίους και εμπεδώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, επέζησε στο Χαλιφάτο των Ομμεϋαδών (Δαμασκός 661-750 μ.Χ.) και εν μέρει σε εκείνο των Αββασιδών (Βαγδάτη 750-1517 μ.Χ.), κληρονομώντας στους Οθωμανούς ό,τι είχε απομείνει από αυτήν την παράδοση. Η διά Προνομίων ανοχή των χριστιανικών κοινοτήτων (που ήταν ταυτόχρονα και εθνικές) από τον Μωάμεθ τον Πορθητή είχε τις ρίζες της σε αυτή τη βυζαντινή-ελληνιστική κληρονομιά – δι’ αντανακλάσεως έστω. Είχαν προηγηθεί τα Προνόμια στην πόλη της Ιερουσαλήμ, που δόθηκαν από τον Χαλίφη Ομάρ στον Πατριάρχη Σωφρόνιο, κατά την παράδοση της πόλης (638 μ.Χ.).
Η ανοχή, βέβαια, δεν σήμαινε πάντα την ειρηνική συνύπαρξη. Το σύστημα κλειστών κοινοτήτων –ένα είδος πρώιμου απαρτχάιντ, αν μπορούμε να μιλήσουμε με σημερινούς όρους– διασφάλιζε μεν την εσωτερική ανεξαρτησία και την επιβίωση των χριστιανικών κοινοτήτων, δεν απέτρεψε δε ούτε βιαιότητες ούτε τη συρρίκνωση μέσα στο χρόνο των κοινοτήτων αυτών, καθώς με την πάροδο του χρόνου αυτή η θεσμική κληρονομιά θόλωνε. Ο βασικός λόγος, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι που σήμερα το σπρώχνουμε κάτω από το χαλί, αλλά που σε αυτές τις ιστορικές πραγματικότητες ήταν φανερό: Η κοινότητα των πιστών (του Ισλάμ) και οι χριστιανικές κοινότητες δεν διαφορίζονταν μόνο ως προς την πίστη, αλλά και ως προς την πολιτική έκφραση της πίστης αυτής. Το μεν Ισλάμ είχε οικοδομήσει ήδη από την εποχή του Προφήτη μια πολιτική παράδοση ξίφους και υποταγής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, στις δε χριστιανικές κοινότητες υπήρχε –υπάρχει ακόμα– ζωντανή η βυζαντινο-ελληνιστική παράδοση του Βασιλέως, που κυβερνά με το νόμο του Χριστού.1 Στις δε χριστιανικές κοινότητες που για ιστορικο-δογματικούς λόγους απομακρύνθηκαν από το Ορθόδοξο Βυζάντιο,2 (Συριακές-Αραμαϊκές, Αρμενικές ή Κοπτικές) υπάρχει επίσης, ώς σήμερα, η έγνοια της εθνοτικής-γλωσσικής επιβίωσης, αίτημα ντε φάκτο πολιτικό. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον θρησκευτικο-πολιτικό, όσο και αν θεσμικά οργανωνόταν κάποτε ένα πλαίσιο ανοχής, η σύγκρουση διαφορετικών θρησκευτικο-πολιτικών αντιλήψεων και παραδόσεων ήταν αναπόφευκτη.
Ξαναγυρίζω στην Ελληνική Επανάσταση, η οποία, κατά πρώτον, έφερε στο προσκήνιο αυτή την κρυμμένη, ένεκα της δυνάμεως των Κατακτητών και της θεσμικής «προστασίας», αντιπαράθεση: Οι Χριστιανοί διεκδικούσαν, για πρώτη φορά με τέτοια μεγάλη ένταση –είχαν προηγηθεί και άλλοι ξεσηκωμοί, θυμίζω, όχι μόνο στην Ελλάδα– την πολιτική τους ανεξαρτησία, με βάση, αρχικά τουλάχιστον, τη βυζαντινή (ρωμαϊκή) πολιτική παράδοση που ανέφερα. Θυμηθείτε το γνωστό «για του Χριστού την πίστη την αγία…» κι επίσης την κεφαλίδα του ελληνικού Συντάγματος «Εις το όνομα της Αγίας και Υπερουσίου Τριάδος…», κεφαλίδα πρωτίστως πολιτική στα πολιτειακά συμφραζόμενα ενός Συντάγματος.3 Η Ελληνική Επανάσταση όμως δεν έφερε μόνον αυτό. Ήταν ταυτόχρονα και εθνική –και κοινωνική, φυσικά, αλλά δεν είναι του παρόντος– επανάσταση των Ελλήνων. Μάλιστα, ήταν η πρώτη εθνική επανάσταση στην Ευρώπη, κι αν σήμερα, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, έχουμε την Ευρώπη των εθνών, το θεμέλιό της βρίσκεται στο Εικοσιένα. Έφερε, με άλλα λόγια, στο φως όχι μόνο την έως τότε κρυπτόμενη –αιματηρή κατά καιρούς– θρησκευτικο-πολιτική αντιπαράθεση Ισλάμ – Χριστιανών, αλλά και την ελληνική εθνοτική διεκδίκηση, αίτημα οπωσδήποτε νεωτερικό, που αφίσταται της ελληνορωμαϊκής πολιτικής παράδοσης που περιέγραψα πριν. Η ιστορική συνέχεια είναι γνωστή: Το ξύπνημα των εθνικών διεκδικήσεων μεταδόθηκε σαν πυρκαγιά σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, στη Βαλκανική (Βούλγαροι, Σέρβοι), στην Ιταλία επίσης, στην ίδια την Τουρκία τέλος, προκαλώντας, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, όχι μόνο της Οθωμανικής αλλά και της Αυστροουγγρικής, με την ίδρυση ξεχωριστών εθνικών κρατών.4
Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων στις χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής ήταν τραγικές. Οι Γενοκτονίες ήταν η δυναστική απάντηση στην επαναστατική φλόγα. Οι Αρμένιοι, οι Σύροι, οι Έλληνες πρωτίστως, πλήρωσαν ακριβό το τίμημα σ’ αυτή την πρόβα τζενεράλε για το μετέπειτα μακέλεμα των Εβραίων. Η Μικρασία, μετά την εντελώς ανόητη και αδόκητη ήττα του ελληνικού στρατού, εκκενώθηκε βίαια από τους Χριστιανούς. Τα γεγονότα είναι γνωστά: Οι χριστιανικοί θύλακες που απέμειναν, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και την περιοχή της Αντιόχειας,5 αντιμετώπισαν την αυξανόμενη –άλλοτε χωρίς προσχήματα, άλλοτε μασκαρεμένη σε «πολιτικές εκσυγχρονισμού» – καταπίεση. Με αποτέλεσμα, και αυτοί οι θύλακες σήμερα να κινδυνεύουν με ολοσχερή εξαφάνιση. Η ανάσα που έδωσε μια κάποια επιστροφή σε νεο-οθωμανικές πολιτικές επί Ερντογάν δεν ανέσχεσε το φυλλορρόημά τους. Επιπλέον, η αντιπαράθεση με τους Κούρδους, όσον αφορά στις κοινότητες των Συρορθοδόξων του Τουρ-Αμπτίν, ο συριακός εμφύλιος αλλά και οι φονικοί σεισμοί στην Αντιόχεια,6 ή το Κυπριακό, μερικές δεκαετίες πριν, στην περίπτωση της Κωνσταντινούπολης, έγιναν αφορμές για πογκρόμ και περαιτέρω συρρίκνωση των χριστιανικών κοινοτήτων.
Αν αφήσουμε την Τουρκία και πάμε νοτιότερα, στη Συρία, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη, η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (14 Μαΐου 1948) και οι πόλεμοι που ακολούθησαν –η εθνική αποκατάσταση των Εβραίων, τολμώ να πω, είναι κι αυτή ένα μακρινό μεν ιστορικά αλλά πολιτικά άμεσο αποτέλεσμα της Ελληνικής Επανάστασης–, είχαν ως συνέπεια τη δραματική μείωση του πληθυσμού των χριστιανικών κοινοτήτων, στην Παλαιστίνη αρχικά, στον Λίβανο και τη Συρία έπειτα. Έπειτα, η επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ (20 Μαρτίου 2003) και η ακόλουθη –ή πρωθύστερη– ανάπτυξη του ισλαμικού εξτρεμισμού έφεραν την έως εξαφάνισης πληθυσμιακή διαρροή των χριστιανικών κοινοτήτων. Φερ’ ειπείν στο Ιράκ, παρότι παραμένουν κάποιες χριστιανικές κοινότητες, η χριστιανική παρουσία έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Το ίδιο πιθανότατα θα συμβεί και σήμερα στο Ιράν, όπου επίσης επιβιώνουν χριστιανικές κοινότητες Νεστοριανών κυρίως. Το ίδιο καταλυτικός για τις χριστιανικές Εκκλησίες υπήρξε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία (από τον Μάρτιο του 2011), όπου οι Χριστιανοί που απέμειναν, μετά το προσφυγικό κύμα, είναι λιγότεροι από τους μισούς.7
Κοντά στα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Χριστιανοί στις περιοχές αυτές, ήδη από τα χρόνια των Σταυροφοριών, αλλά σήμερα οπωσδήποτε πιο έντονα, είναι η ταύτισή τους στα μάτια των μουσουλμάνων συμπολιτών τους με τις αποικιοκρατικές πολιτικές της Δύσης. Ταύτιση που δεν έχει πάντοτε τεκμήρια στην πραγματικότητα, αν και σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε. Όπως σε αυτή της Αιγύπτου κυρίως, ή και στον Λίβανο εν μέρει, όπου Χριστιανοί –κάποιες από τις χριστιανικές κοινότητες, για να είμαστε ακριβείς– ντε φάκτο βρέθηκαν υπό τη γαλλική ή την αγγλική σημαία. Η διείσδυση ξένων χριστιανικών ιεραποστολών, άλλωστε, σε όλη την Ανατολή, από τον 18ο αιώνα κυρίως, είχαν και τον χαρακτήρα της αποικιοκρατικής διείσδυσης. Αλλά και η προστασία που μεγάλες Δυνάμεις πρόσφεραν στις χριστιανικές κοινότητες της περιοχής (Γάλλοι και Ρώσοι κυρίως), τον 19ο και τον 20ό αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα την ακούσια ταύτιση των Χριστιανών με τις πολιτικές των μεγάλων Δυνάμεων στον Λεβάντε.
Ώς εδώ ακολουθήσαμε μια γραμμή ιστορική, σχετικά με τη μοίρα των Χριστιανών της Ανατολής. Περιττό νομίζω να τονίσω ότι η περιοχή αυτή είναι όχι μόνο η κοιτίδα της ανθρωπότητας, των πόλεων, των μεγάλων κρατικών μορφωμάτων, αλλά και του πολιτισμού, της ανάπτυξης της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αμπελουργίας ακόμα, αλλά είναι και κοιτίδα του Χριστιανισμού.8 Όχι μόνο η Ιερουσαλήμ, αλλά και η Δαμασκός και η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια και η Βηρυτός και τα Βόστρα και η Νινευΐ, η Έφεσος, η Νίκαια, η Άγκυρα, η Καισάρεια, η Κωνσταντινούπολη η ίδια, είναι οι πόλεις όπου διαμορφώθηκε η Εκκλησία, η θεολογία και οι θεσμοί της. Καθημερινά διαβάζουμε για αυτούς τους τόπους στα Συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας μας. Εδώ επίσης, στην Αίγυπτο, τη Συρία, την Παλαιστίνη, άνθισε το κίνημα του μοναχισμού από τον 4ο αιώνα. Οι γλώσσες που μιλήθηκαν και μιλούνται, όπως τα Συριακά-Αραμαϊκά, είναι γλώσσες της αρχαίας Χριστιανοσύνης. Πράγμα που σημαίνει ότι οι Χριστιανοί σε αυτά τα μέρη βρίσκονται στον τόπο τους. «Είμαστε ένα αναπόσπαστο συστατικό αυτού του έθνους, και είμαστε εδώ για να μείνουμε».9 «Είμαστε οι γιοι της Συρίας»,10 όπως το έχει διατυπώσει ο νυν Πατριάρχης Αντιοχείας κ. Ιωάννης Ι΄. Οι Χριστιανοί εδώ, μάλιστα, είναι οι αρχαιότεροι κάτοικοι της περιοχής. Οι Άραβες και οι Οθωμανοί τούς βρήκαν εδώ ερχόμενοι. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, όπως στην περιβόητη μάχη στον ποταμό Γιαρμούκ (636 μ.Χ.), με την ιστορική ήττα του στρατού τού Αυτοκράτορα Ηρακλείου από τους Άραβες, με την οποία οι Άραβες κέρδισαν τη Συρία, οι Χριστιανοί πολέμησαν στο πλευρό των Αράβων – ένεκα των αδικιών που υφίσταντο από την απομακρυσμένη Κωνσταντινούπολη, πράγμα που εκείνοι αναγνώρισαν με την παραχώρηση θρησκευτικής ελευθερίας στους Χριστιανούς, έστω κι αν αυτή εν καιρώ φαλκιδεύτηκε, για τους θρησκευτικο-πολιτικούς λόγους που περιέγραψα πριν.
Εμείς, δυστυχώς, παραμένουμε όχι μόνο άπραγοι, αλλά και ανίκανοι να εννοήσουμε το ιστορικό βάρος της απομείωσης στις μέρες μας, σε βαθμό εξαφάνισης, των Χριστιανών της Ανατολής στις από είκοσι αιώνες ιστορικές κοιτίδες τους. Η Ελληνική Πολιτεία, μπλεγμένη στις αντινομίες της από την ίδρυσή της, αλλά και στραμμένη με την πλάτη στην Ανατολή, λες και η Ελλάδα συγγενεύει με το Βέλγιο και την Ολλανδία, είναι ανίκανη, ίσως και ανίσχυρη, να δώσει ένα χέρι βοηθείας. Το πιο απογοητευτικό όμως είναι ότι και η Εκκλησία, δέσμια της ελλαδικής μας εσωστρέφειας, μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της καταστροφής. Δεν θα επεκταθώ. Προσώρας, μου αρκεί η ευαγγελική αισιοδοξία του Πατριάρχη της Ανατολής κ. Ιωάννη, ο οποίος, εν όψει των Χριστουγέννων του 2024 και μέσα στο χάος των αλλαγών στη χώρα του, τη Συρία, δήλωσε: «Ως Εκκλησία βαθιά ριζωμένη στη Μέση Ανατολή, θα εργαστούμε για να συνεχίσουμε την πορεία της στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και στη διάδοση της ειρήνης και της αρμονίας μεταξύ των ανθρώπων σε μια χώρα που κυβερνάται από το νόμο και το έργο των δημοκρατικών θεσμών».11
Η Εκκλησία εγγυητής δημοκρατικών θεσμών σε χώρες που η Δημοκρατία μοιάζει με χίμαιρα; Η Εκκλησία εθναρχούσα, θα έλεγα με όρους που καταλαβαίνουμε καλύτερα. Ή ο επίσκοπος προστάτης της πατρίδας, όπως το λέει ο Μέγας Βασίλειος. Αφήνοντας το θέμα σε εκκρεμότητα, συνειδητοποιώντας και τη δική μου αδυναμία να απαντήσω στο ερώτημα τι δέον γενέσθαι, αισθάνομαι βαθύτερα αυτό που κάποτε σημείωνε ο Φώτης Κόντογλου, πονεμένο παιδί κι αυτός της Ανατολής: «Το πώς γεννήθηκα στα μέρη της Ασίας, τό ’χω για πράμα βλογημένο και δοξάζω τον Θεό για δαύτο. Μ’ όλα ταύτα, βρεθήκανε ανθρώποι κακοί και κακογεννημένοι, ψυχές φτωχές, να γυρίσουνε το καύχημά μου σε κατηγόρια. Θέλανε ν’ αρνηστώ τη μάννα μου την Ασία, σε καιρό που αυτοί θρεφόντανε από το πλούτος της καρδιάς μου και παίρνανε χαρά κ’ ελπίδα από τη φλέβα π’ ανάβλυζε από τη βαθειά ρίζα μου»12 – θυμηθείτε πώς οι Ελλαδίτες έλεγαν τους Μικρασιάτες «τουρκόσπορους», την ίδια στιγμή που αρδεύονταν η Ελλάδα πνευματικά από τον πολιτισμό των ανθρώπων αυτών.
Τουλάχιστον, στην αδυναμία μας να κάνουμε κάτι –αν και η «λογία» είναι αρχαία χριστιανική πρακτική, υποχρέωση απέναντι στους εμπερίστατους αδελφούς–, ας συνειδητοποιήσουμε έστω ότι με τους ανθρώπους αυτούς, με τους Χριστιανούς της Ανατολής, είμαστε μία Ποίμνη ενός Ποιμένος. Τα πάθη και τα σύγχρονα μαρτύριά τους είναι, πρέπει να είναι, και δικά μας.
Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Σημειώσεις:
1. Όσους σκανδαλίζει η παρατήρηση, ας σκεφτούν την καθ’ ημέραν έναρξη του Όρθρου, όπου λέγονται το γνωστό «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι κ.λπ.» και το τροπάριο «Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινῇ πολιτείᾳ, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου τοὺς πιστοὺς βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς κατὰ τῶν πολεμίων, τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον». Περιγράφεται εδώ σαφέστατα το ρωμαϊκό πολιτικό ιδεώδες, μάλιστα της εποχής του Ηρακλείου.
2. Οι Ανατολικές λεγόμενες Εκκλησίες αποσχίστηκαν από τον κύριο κορμό των Ορθοδόξων Εκκλησιών μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, το 451 μ.Χ.
3. Καθόλου λάθος δεν διάβασε ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ την είδηση για την Ελληνική Επανάσταση, τον Μάρτιο του 1821, κηρύσσοντας σφαγές και διώξεις Χριστιανών –όχι μόνον Ελλήνων– καθ’ όλη την επικράτειά του. «Η Υψηλή Πύλη, φοβούμενη ότι οι Ελληνορθόδοξοι της Συρίας θα συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση, τους διέταξε να αφοπλιστούν. Στην Ιερουσαλήμ, ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός της πόλης, ο οποίος εκτιμάται ότι αποτελούσε το 20% του συνόλου της πόλης, αναγκάστηκε από τις οθωμανικές αρχές να παραδώσει τα όπλα του, να φορέσει μαύρα και να βοηθήσει στη βελτίωση των οχυρώσεων της πόλης. Τα ελληνορθόδοξα προσκυνήματα, όπως το Μοναστήρι της Παναγίας του Μπαλαμάντ, που βρίσκεται νότια της πόλης της Τρίπολης στον Λίβανο, υπέστησαν επιθέσεις και βανδαλισμούς, που ανάγκασαν τους μοναχούς να τα εγκαταλείψουν μέχρι το 1830. Ούτε ο Ελληνορθόδοξος Πατριάρχης Αντιοχείας ήταν ασφαλής, καθώς δόθηκε εντολή να δολοφονηθεί, αλλά οι τοπικοί αξιωματούχοι δεν κατάφεραν να εκτελέσουν την εντολή» («Χριστιανική», φ. 1165, 20 Μαρτίου 2025).
4. Η φλόγα αυτή μεταδόθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στις Αποικίες, με τον αντι-αποικιακό Αγώνα, όπου, καθόλου τυχαίο, η Κύπρος έπαιξε ηγετικό ρόλο. Μακρινός απόηχος αυτής της πυρκαγιάς που άναψε το 1821 είναι και ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος και το κίνημα σήμερα των Κούρδων σε Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν.
5. Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε και τον θύλακα των Συρο-Ορθοδόξων στο Τουρ-Αμπτίν, γύρω από τις πόλεις Μάρντιν και Μίντγιατ, περίπου στις παρυφές της αρχαίας Νινευΐ.
6. Στην Αντιόχεια, στον σεισμό του 2023, κατέρρευσε η Μητρόπολη (η παλιά Πατριαρχική Καθέδρα) των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και μέχρι σήμερα, κατά την παλιά οθωμανική πρακτική, δεν έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια εκ νέου ανέγερσής της.
7. «Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Σουέιντα (Συρία) είναι πόλεμος αφανισμού» (Μητροπολίτης Βόσρας, «Χριστιανική», φ. 1172, 24 Ιουλίου 2025).
8. «Χαίρε Αίγυπτε πιστή, χαίρε Λιβύη οσία, χαίρε Θηβαΐς εκλεκτή, χαίρε πας τόπος και πόλις και χώρα, η τους πολίτας θρέψασα, της Βασιλείας των ουρανών» (Στιχηρό του εσπερινού του Σαββάτου της Τυρινής).
9. «Χριστιανική», φ. 1171, 26 Ιουνίου 20025.
10. «Χριστιανική», φ. 1160, 9 Ιανουαρίου 20025.
11. «Χριστιανική», φ. 1159, 12 Δεκεμβρίου 20024.
12. Φώτη Κόντογλου, Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1962, σ. 9.
Απόσπασμα από την εισήγηση «Οι Χριστιανοί της Ανατολής», στην εκδήλωση του «Αντιφώνου» με θέμα «Σύγχρονοι διωγμοί των Χριστιανών», στο πλαίσιο της «Έκθεσης Χριστιανικού Βιβλίου», στο Ξενοδοχείο «Κάραβελ», στις 8 Μαρτίου 2026. Η φωτογραφία του Πατριαρχεἰου Αντιοχείας από τη Δαμασκό.


Στην εκδήλωση της “Χριστιανικής” της 18ης Ιουνίου για την επιβολή των Μνημονίων στην Ελλάδα αναδείχθηκαν οι τεράστιες ευθύνες της ιθύνουσας τάξης της χώρας για την πρωτοφανή συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας και του εθνικού εισοδήματος και την υποθήκευσή της, με την επιβολή των Μνημονίων και του πλαισίου των εφαρμοστικών τους νόμων, και επαχθών δεσεμεύσεων επί δεκαετίες. Με συνέπειες που ενδεχομένως να καταστούν μη αναστρέψιμες. Επισημανθηκαν και οι παθογένειες της ΕΕ και της Ευρωζώνης, όπως και οι δυσμενείς συνέπειες της εισαγωγής του Ευρώ ως σκληρού νομίσματος, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για οικονομίες ισχυρές όπως της Γαλλίας και της Ιταλίας, οι οποίες μέχρι τότε βάσιζαν την ανάπτυξή τους στην σταδιακή υποτίμηση και διολίσθηση του νομίσματός τους. Ταυτόχρονα όμως, επισημάνθηκε ότι ούτε τα περιθώρια που προσφέρει το υπάρχον πλαίσιο έχουν εξαντληθεί, για την προστασία του εθνικού συμφέροντος. Ιδίως με την αμφισβήτηση ως επαχθούς του χρέους που έχει φορτωθεί στους Έλληνες. Για την εξυπρέτηση του οποίου σταδιακά εκποιείται η περιουσία του Δημοσίου και αφαιμάσσονται φορολογικά τα εισοδήματα των Ελλήνων πολιτών.