Σε προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στην κατάχρηση και τη διαστροφή όρων όπως «πονηρός» και «λαϊκισμός», πρώτα από τους ισχυρούς και έπειτα γενικά από τη ρητορεία των κομμάτων, ιδιαίτερα όσων επιδίωξη δεν είναι η δικαιοσύνη αλλά η επικράτηση και η νομή της εξουσίας με τη συντριβή των αντιπάλων.

 

Καλοπροαίρετες ελπίδες

 

Με την εκλογή της νέας Κυβέρνησης κάθε καλοπροαίρετος πολίτης που πονάει τη Δημοκρατία μας, την Πολιτεία, πάνω από κόμματα, εύχεται η εμπειρία του παρελθόντος και ο δυναμισμός, η ορμή μιας νέας ηγεσίας στο Κράτος να φέρουν κάποιες ή πολλές βελτιώσεις στη Διοίκηση και την παραγωγική διαδικασία και εργασία, ώστε να βελτιωθούν παράλληλα και οι δείκτες της Παιδείας, της Υγείας και του Πολιτισμού της Χώρας. Μ’ αυτό το πνεύμα, αν η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει νόμους και πρακτικές, που οργανώνουν καλύτερα τη διοίκηση, επιταχύνουν τη λύση χρόνιων προβλημάτων και δώσουν ελπίδα στους νέους για δημιουργία και εξύψωση της δημοκρατίας μας, θα χαρούμε. Και, αντίστοιχα, αν βουλευτές και πολίτες της Αντιπολίτευσης ασκήσουν εποικοδομητική κριτική, επισημάνουν λάθη και συντελέσουν στη διόρθωση των νομοσχεδίων της Κυβέρνησης και των πολιτικών αποφάσεών της, θα κερδίσει ολόκληρος ο Λαός, θα προαχθεί η Δημοκρατία μας. Σ’ αυτή την περίπτωση ασκείται ο πολύτιμος δημοκρατικός διάλογος και εφόσον προκαλούνται άμεσες συναινέσεις ή έμμεσες αποδοχές δημιουργικών πολιτικών της Κυβερνήσεως, επιτυγχάνεται η ουσιαστική αποτελεσματικότητα της κρατικής διοίκησης με σεβασμό στη Δημοκρατία. Αν όμως μηχανιστικά η Κυβέρνηση με τον πανηγυρισμό της πλειοψηφίας της επιβάλλει αυθαίρετα νομοθετήματα, ασεβεί έναντι του Συντάγματος και των ελευθεριών του Λαού, τότε εκ πρώτης όψεως επιτυγχάνεται η «κυβερνησιμότητα», όμως μέσα στο Λαό καλλιεργείται ένα πνεύμα αντιδράσεως που μόνο η κρατική βία ίσως μπορεί προσωρινά να αποτρέψει. Αυτή όμως η βία της πλειοψηφίας, η οποία ας σημειωθεί είναι όντως μειοψηφία σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό, πληγώνει τη δημοκρατία και προκαλεί συγκρούσεις, ανομίες και κοινωνική αναστάτωση.

Ας έρθουμε τώρα σε πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κυβερνητικής πολιτικής, όχι για να ασκήσουμε τυφλή αντιπολίτευση αλλά για να επισημάνουμε κινδύνους, που την ορμή της ανανέωσης της εξουσίας μπορούν να την στρέψουν στην αυταρχικότητα, την υποκρισία και την εξυπηρέτηση ολιγαρχικών συμφερόντων.

Details

Κλέφτες και ληστές αποκλήθηκαν όλοι οι επαναστατημένοι Έλληνες των βουνών πριν και κατά την Επανάσταση του 1821, έστω κι αν πολλοί αδικούσαν μόνο τους Τούρκους κατακτητές. Τρομοκράτες ονομάζονταν παλαιότερα και συλλήβδην όλοι όσοι αντιστέκονταν στην αποικιοκρατία και μεταγενέστερα μέχρι σήμερα στις δυνάμεις κατοχής, στην οικονομική ολιγαρχία των Ευρωπαϊκών Τραπεζών και στη συνασπισμένη δεσποτεία των ανεξέλεγκτων Δανειστών, που χειραγωγούσαν την κοινή Γνώμη, μέσω δημοσιογράφων ενός εξαγορασμένου Τύπου, ο οποίος χαρακτήριζε ολόκληρους Λαούς τεμπέληδες ή γουρούνια, όπως τους Έλληνες. Τρομοκράτες και ανατροπείς επικίνδυνους χαρακτήριζαν τους πρώτους Χριστιανούς, όπως και τον Χριστό εγκληματικό επαναστάτη, γιατί κλόνιζαν το κατεστημένο της θρησκευτικής και πολιτικής υποκρισίας και εξουσίας, που φοβόταν την αλήθεια και την αφύπνιση των πιστών και των υπηκόων, οι οποίοι προσδοκούσαν την πνευματική και κοινωνική δικαιοσύνη και την ελευθερία τους.

Και σήμερα στην ευρωπαϊκή και ειδικότερα στην ελληνική πολιτική αντιπαράθεση μαζί με την κατάχρηση του λεξιλογίου για την τρομοκρατία έχουμε και την απειλή τόσο του αριστερίζοντος λαϊκισμού όσο και του προσωπείου του διώκτη του λαϊκισμού, δηλαδή του θεωρούμενου καθώς πρέπει αστού, που «ντύνεται την αρετή» (Μακρυγιάννη) και την σοβαρότητα, όπως επιβάλλει ο συρμός, χαρακτηρίζοντας όλους τους άλλους «λαϊκιστές», εξαιρώντας τον εαυτό του.

Details