“Η ίδια η φύση των επιδοτήσεων θα έχει μεγαλύτερη σχέση με την οικολογία και την ψηφιοποίηση, παρά με τον νοσοκομειακό τομέα και τον επαναπατρισμό της φαρμακευτικής βιομηχανίας. ‘Όπως πολύ καλά το λέει ο Ολιβιέ Μπερυγιέ, πρόκειται στην πραγματικότητα για “σχέδιο αναδιάταξης της μακροοικονομικής ισορροπίας στην Ευρώπη” . Η Κομισιόν επωφελείται από το σχέδιο επανεκκίνησης για να γίνουν δεκτά όσα της είχαν αρνηθεί στο πλαίσιο του τακτικού προϋπολογισμού. “
Οι παρατηρήσεις αυτές, που σε μεγάλο βαθμό είχαν γίνει εξαρχής σε ανακοινώσεις της ΧΔ και στην αρθρογραφία της “Χ”, γίνονται σε άρθρο του Ζαν Μισέλ Νολό για την αντισυστημική γαλλική ιστοσελίδα “Les crises” (Οι κρίσεις). Ο Νολό είναι οικονομολόγος, συνταξιούχος τραπεζικός, συγγραφέας του βιβλίου “Για να αποφύγουμε την κατάρρευση”, σχετικά με τα αδιέξοδα του οικοδομήματος της Ε.Ε..
Ο αρθρογράφος επικαλείται την αντίφαση ανάμεσα στο γεγονός ότι όλο αυτό το πρόγραμμα έχει ως νομική βάση το άρθρο 122 της συνθήκης λειτουργίας της Ε.Ε. που επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο , σε “περίπτωση φυσικών καταστροφών ή εξαιρετικών γεγονότων που ξεφεύγουν από τον έλεγχο των Κρατών”, να παράσχει άμεσα οικονομική βοήθεια στις χώρες που έχουν ανάγκη.
Η Ε.Ε. παραβιάζει ανοικτά την ίδια τη συνθήκη λειτουργίας της, αφού αντί για μέτρα κατεπείγουσας ενίσχυσης των πληγέντων Κρατών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και μάλιστα για την αντιμετώπιση των άμεσων συνεπειών της επιδημίας covid-19, η οποία επέπεσε ως θεομηνία, έρχεται ένα άλλο όργανο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να εφαρμόσει ένα μακροχρόνιο σχέδιο, με άσχετο αντικείμενο και διαδικασίες χρηματοδότησης που μόνο κατεπείγουσες δεν είναι.
“Να υποβληθούν τα Κράτη σε πολλαπλές εξετάσεις για την έγκριση και το σύνολο να χρηματοδοτηθεί από ένα μεγάλο δάνειο που κανείς ακόμα δεν ξέρει πώς θα αποπληρωθεί. Όλοι θα λάβουν επιδοτήσεις, ακόμα και η Γερμανία, και μεγάλα ποσά απ’ ο, τι φαίνεται! Αντί για άμεση συμπαράσταση, προτιμήθηκε η καταφυγή στη χρέωση. Μια καλή ευκαιρία που χάθηκε για να προχωρήσει η Ευρώπη των λαών!”
Ο συγγραφέας θεωρεί ότι “εάν οι ηγέτες των Κρατών επιθυμούσαν στ’ αλήθεια να δείξουν την ειλικρινή αλληλεγγύη τους στις χώρες που πλήγηκαν περισσότερο από την πανδημία, θα είχαν επιλέξει να προχωρήσουν σε οικονομικά εμβάσματα από Κράτος σε Κράτος. Θα είχαν πραγματοποιήσει άμεσα εμβάσματα προς την Ιταλία, την Ισπανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία” .
Φέρνει ως παράδειγμα τη Γερμανία, από τις λιγότερο χρεωμένες χώρες (59,8% επί του ΑΕΠ), η οποία με αύξηση μόλις δύο μονάδων του χρέους της, θα μπορούσε να είχε δανειστεί με αρνητικό επιτόκιο δεκάδες δισεκατομμυρίων ευρώ για το σκοπό αυτό. Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτό “Η Γερμανία, η οποία τόσο πολύ επωφελείται από το ευρώ και επί δεκαετία παρουσιάζει θεαματικά πλεονάσματα, κατά παράβαση των (ευρωπαϊκών) συνθηκών, θα είχε συνεισφέρει έτσι σε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της νομισματικής ένωσης. Τα ποσά θα είχαν φτάσει στην Ιταλία στο τέλος του καλοκαιριού και θα είχε επιτραπεί στους Ιταλούς να αντιμετωπίσουν την επείγουσα κατάσταση επενδύοντας, για παράδειγμα, στο νοσοκομειακό τομέα που τόσο πολύ έχει υποφέρει. Αυτή η πράξη αλληλεγγύης θα είχε ομόφωνα χαιρετισθεί”
Μέσο εκβιασμού oι επιδοτήσεις
Είναι, πράγματι, γεγονός, ότι η Γερμανία, με μια τέτοια στάση, θα έβγαινε μακροπρόθεσμα ωφελημένη, αφού και θα κατοχύρωνε τη μακροημέρευση της “κότας που της γεννά τα χρυσά αυγά”, της Ευρωζώνης, αλλά και θα καταξιωνόταν ως ηγετική μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη. Άλλωστε, οι ΗΠΑ στο παρελθόν, έχουν κατά κόρο αξιοποιήσει τέτοιου είδους βοήθεια, για να ενισχύσουν τους δεσμούς εξάρτησης άλλων χωρών από αυτές ως Υπερδύναμης. Συνέβαλαν και στην μεταπολεμική ανόρθωση της ίδιας της Δυτικής Γερμανίας, όχι από φιλανθρωπία, αλλά για να έχουν έναν ισχυρό, πιστό και εξαρτημένο σύμμαχο τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Όμως, αντ’ αυτού, η Γερμανία διακατέχεται από τη λογική του (πολλαπλώς) “άφρονος πλουσίου”, που μόνο τις αποθήκες του νοιαζόταν να γεμίζει με πλεονάζοντα πλούτο. Και μόλις γέμιζαν οι αποθήκες, μοναδικό πρόβλημά του ήταν να χτίσει άλλες, μεγαλύτερες. Με το “φάγε, πίε και ευφραίνου” να ισχύει για την οικονομική Ολιγαρχία της χώρας, η οποία εξίσου απομυζά τον ίδιο της το λαό.
Αναπόφευκτο ήταν, στην πιο πάνω λογική να ανταποκρίνεται και το “σχέδιο επανεκκίνησης”, το οποίο κατά τον αρθρογράφο, αποτελεί σύγκλιση της γερμανικής επιθυμίας να χρησιμοποιήσει τις επιδοτήσεις ως μέσον εκβιασμού για την επιβολή των (κατ’ ευφημισμό) “μεταρρυθμίσεων” της γερμανικής κοπής νεοφιλελεύθερης λιτότητας και της γαλλικής να υπάρξουν βήματα προς τον ευρωπαϊκό “φεντεραλισμό”.
Κατά το συγγραφέα, “Η Άνγκελα Μέρκελ, αν και εχθρική στην αμοιβαιοποίηση του χρέους, είδε την αποστολή που εμπιστεύθηκαν στην Κομισιόν για πολλά χρόνια ως μέσο επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων στις χώρες που αντιδρούν. Αν θέλουν να επωφεληθούν από επιδοτήσεις, οι χώρες αυτές θα πρέπει να περνούν επιτυχώς εξετάσεις, τόσο κατά την παρουσίαση των εθνικών προγραμμάτων επανεκκίνησης, όσο και επί πολλά χρόνια, αφού το ευρωπαϊκό πρόγραμμα επανεκκίνησης είναι “αγκυροβολημένο” στο περίφημο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, όπως το δήλωσε η Κομισιόν από το τέλος Μαϊου”. Όσο για τον Εμμανουέλ Μακρόν, που επί τρία χρόνια ζητούσε αμοιβαιοποίηση του χρέους, έλαβε επιτέλους μία μικρή φεντεραλιστική πρόοδο.”
Όμως, το όφελος της Γαλλίας κατά το συγγραφέα είναι μάλλον συμβολικό, αφού η κα Μέρκελ, εκμεταλλευόμενη την (έστω και αβάσιμη) σύνδεση του προγράμματος με τις έκτακτες περιστάσεις του άρθρου 122, εμμένει ότι τέτοια πρακτική γίνεται κατ’ εξαίρεση και δεν μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο. Ενώ η Γερμανία και οι δορυφόροι της, στη βάση του ακροτελεύτιου άρθρου της συμφωνίας επανεκκίνησης, λαμβάνουν ως αντάλλαγμα τη μείωση των συνεισφορών τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό, η Γαλλία, παρά το γεγονός ότι η οικονομία της έχει πληγεί από την επιδημία, εξακολουθεί να συνεισφέρει χωρίς ελάφρυνση, όπως άλλωστε και η Ιταλία.
Επιβεβαιώνεται η εκτίμηση, ότι η “αλληλεγγύη” είναι πρόσχημα και ότι οι λεγόμενες επιδοτήσεις θα λειτουργήσουν ως μηχανισμός εκβίασης της Κομισιόν για την επιβολή των νεοφιλελεύθερων μέτρων, αλλά και επιλογών που συμφέρουν τους επικυρίαρχους της Ε.Ε.
Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι το “σχέδιο επανεκκίνησης” αφορά στο σύνολο της Ε.Ε. και δεν αγγίζει τη λειτουργία της Ευρωζώνης.
Η επιδημία του covid-19 και οι συνέπειές της επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα ότι η Ευρωζώνη διαιρείται πλέον μόνιμα σε “δομικούς κερδισμένους” και σε “δομικούς χαμένους”. Χώρες που σταθερά επωφελούνται από τη δόμηση της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης και χώρες που σταθερά ζημιώνονται και απαξιώνονται. Παρά την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων, τα συμφέροντα των εγχώριων ολιγαρχιών είναι τόσο ισχυρά, που το εξαρτημένο πολιτικό σύστημα δεν βγαίνει να παραδεχτεί το αυτονόητο: Ότι η νομισματική ενοποίηση όπως πραγματοποιήθηκε βρίσκεται σε αδιέξοδο. Και ότι δεν είναι μονόδρομος και αυτοσκοπός η διατήρηση του ευρώ.

