-
Η παλαιά τεχνική του διαχωρισμού της δικογραφίας από τον καιρό της υπόθεσης Λαμπράκη
Δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Μαρινάκης αναφερόμενος σε συνέντευξη του πρώην Προέδου της Δημοκρατίας και καθηγητή της Νομικής Σχολής Προκόπη Παυλόπουλου: . “Όταν εκδίδει μια διάταξη ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποτέλεσε την εισήγηση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας Δικαστών και Εισαγγελέων, δηλαδή της Ολομέλειας του συνόλου των Ανώτατων Δικαστών και Εισαγγελέων της χώρας και μάλιστα εμπεριστατωμένη, αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα κόμμα, ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από την αντιπολίτευση, είναι συστατικό στοιχείο, ταυτοτικό στοιχείο του πολιτεύματός μας η διάκριση των εξουσιών και η μη παρέμβαση της μιας εξουσίας στην άλλη”.
Ο κ. Παυλόπουλος είχε δηλώσει τα εξής:
«Το σκάνδαλο των υποκλοπών, και μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις, έχει καταφέρει καίριο πλήγμα στην καρδιά του Κράτους Δικαίου. Πλήγμα το οποίο εκπορεύεται και από την Εκτελεστική Εξουσία -και για την ακρίβεια από την Κυβέρνηση- αλλά και, δυστυχώς, από χειρισμούς της ίδιας της Δικαιοσύνης. Διότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υιοθετήσουμε την εκδοχή του απλού σφάλματος εκτίμησης, οι χειρισμοί αυτοί αφήνουν στο σκοτάδι της ανοχής ή και της συγκάλυψης πρακτικές οφθαλμοφανούς παραβίασης τουλάχιστον του Θεμελιώδους Δικαιώματος του απορρήτου των επικοινωνιών, κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος. Παραβίασης η οποία καθίσταται τόσο περισσότερο καταδικαστέα, όσο θίγει τον πυρήνα του ίδιου του υπό την ευρεία έννοια Πολιτικού Συστήματος μέσα από την, αποδεδειγμένη άλλωστε, παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, ακόμη δε και του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ανεξάρτητα από το ποιος φορέας, δημόσιος ή ιδιωτικός, μετήλθε των επιμέρους μεθόδων της παρακολούθησης αυτής.»
Ο κ. Παυλόπουλος δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να επισημάνει όσα οφθαλμοφανή εκ του αποτελέσμαατος προκύπτουν από την απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλα να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, παρά το γεγονός ότι τού διαβιβάστηκε ο φάκελος της υπόθεσης που δικάστηκε από το Πλημμελειοδικείο, με τη σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα της Έδρας.
Τα συντριπτικά στοιχεία που αγνοήθηκαν
Στην υπόθεση αναλυτικά έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτησή μας, στην οποία παρατίθενται αναλυτικά οι δηλώσεις των συνηγόρων πολιτικής αγωγής:
- Του κ. Ζαχαρία Κεσσέ:
«Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να βγει αυτή η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για τις υποκλοπές είχαμε βιώσει τη συγχρονισμένη αδυναμία ή ηθελημένη αδυναμία των περισσότερων θεσμών που ενεπλάκησαν να κάνουν τη δουλειά τους…
“Διαρροές” των ερωτήσεων στους κατηγορουμένους από την εξεταστική επιτροπή της Βουλής και των “αιφνιδίων” ελέγχων από στελέχη της αστυνομίας…
Αναφέρομαι είτε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διέρρευσε τις ερωτήσεις στους κατηγορούμενους, είτε μιλάμε στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας που έκανε ένα επιφανειακό πόρισμα, είτε μιλάμε σε στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας που είχαν ειδοποιήσει για τους δήθεν επιτόπιους αιφνίδιους ελέγχους, είτε μιλάμε για την ΑΔΑΕ η οποία εμποδίστηκε από το να κάνει τη δουλειά της…
Η δική μας η λογική είναι ότι η Δημοκρατία κινδυνεύει κυρίως όχι από αξιόποινες πράξεις, αλλά από την ατροφία των θεσμών…
Απόπειρα κατασκοπείας
Το 80% του υπουργικού συμβουλίου, τα πρωτοκλασάτα στελέχη, έχει πιστοποιηθεί ότι υπήρχαν 87 πρόσωπα, έχουν ενημερωθεί με συστημένη επιστολή από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ότι έχουν παγιδευτεί. Ή έχει γίνει απόπειρα να παγιδευτούν. Από αυτά τα άτομα, απ’ τα 87, στη δίκη εμφανίστηκαν οι εννιά. Όλοι οι υπόλοιποι μάλλον ήταν απασχολημένοι στα υπουργικά συμβούλια. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν διέλαθε της προσοχής του Αρείου Πάγου. Μόνο τυφλός δεν θα μπορούσε να δει ότι εδώ έχουμε τουλάχιστον το αδίκημα της απόπειρας κατασκοπείας, όταν παραδείγματος χάρη παγιδεύεις και μετατρέπεις σε κοριό το κινητό τηλέφωνο του υπουργού Εθνικής Άμυνας, του υπουργού Εξωτερικών.
Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου “αναβάθμισε” την υπόθεση δια της εξαφανίσεως
Υπήρχαν τρεις εισαγγελείς οι οποίοι κάνανε μια εξαιρετικά πρωτοποριακή έρευνα, εισαγγελείς πρωτοδικών, και λίγο πριν καλέσουν ως ύποπτους συγκεκριμένα πρόσωπα, τους αφαιρέθηκε η δικογραφία με παρέμβαση της κυρίας Αδειλίνη, ανατέθηκε στον Άρειο Πάγο, αναβαθμίστηκε δια της εξαφανίσεως η υπόθεση και φτάσαμε στο σημείο να εκδοθεί ένα πόρισμα που να παραπέμψει στο Μονομελές για κάποια πλημμελήματα μόνο τέσσερις ιδιώτες. Είναι τέτοιος ο όγκος των στοιχείων, που το Μονομελές Πλημμελειοδικείο καταδίκασε σε ποινές 126 ετών και 8 μηνών, τον καθένα. Όχι από κάποια εμμονή ή από κάποια αυστηρότητα. Το δικαστήριο ήταν εξαιρετικά μετριοπαθές. Δεκάδες έγγραφα αποδεικνύουν ότι αυτοί οι τέσσερις ιδιώτες συλλειτουργούσαν το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό με στελέχη των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών. Είναι δεδομένο, της ΕΥΠ, είναι ξεκάθαρο».
Κουμπάρος με τρεις υπουργούς βασικός κατηγορούμενος
«Ο ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους είναι κουμπάρος με τουλάχιστον τρεις υπουργούς. Και μάλιστα ο βασικός κατηγορούμενος, ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους που πήρε ποινή 126 ετών, έκανε κουμπαριά με τον άνθρωπο ο οποίος τον επόπτευε την εποχή εκείνη την περίοδο. Δηλαδή ο ελεγχόμενος, ενώ ελέγχεται, κάνει κουμπαριά με τον επικεφαλής του ελεγκτή. Ο ελεγκτής έκανε κουμπαριά με τον ελεγχόμενο κατά τη διάρκεια του ελέγχου», υπογράμμισε συμπληρωματικά.
Συνταγματική εκτροπή και απειλή για την εθνική ασφάλεια
- Ο άλλος συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας κ. Πέτρος Λιανός:
Εστιάζει στα ευρήματα τα οποία αποτελούν ένα “πλαίσιο αποδείξεων” ότι το κέντρο παρακολούθησης της μισής πολιτικής ηγεσίας, αλλά και δημοσιογράφων, στρατιωτικών κλπ, ήταν κοινό ανάμεσα στην ΕΥΠ (πολιτικός υπεύθυνος της οποίας ήταν ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης και άμεσα υπεύθυνος ήταν ο γενικός γραμματέας του Γ. Δημητριάδης) και στους ιδιώτες (Λαβράνος, Μπίτζιος Ντίλιαν κλπ) οι οποίοι καταδικάστηκαν. Επισημαίνει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μόνο βάναυση αντισυνταγματική εκτροπή οργανωμένη από το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά και μια θεμελιώδης απειλή για την εθνική ασφάλεια, επειδή οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες, είτε μέσω του λογισμικού τους, είτε μέσω του πλήθους των πρώην στελεχών τους στην Ελλάδα, παρακολουθούσαν, με προφανή σκοπό τον έλεγχο και τον εκβιασμό, την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.
Γράφαμε τότε ότι “Αναμένεται να υπάρξουν εξελίξεις, αφού η δικογραφία έχει διαβιβαστεί στις εισαγγελικές αρχές προς διερεύνηση και άλλων αδικημάτων για τα οποία προέκυψαν ισχυρές ενδείξεις κατά τη διαδικασία” . Δυστυχώς, διαψευστήκαμε.
Αποπροσανατολίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος-αναφαίρετο δικαίωμα η κριτική στις αποφάσεις των λειτουργών της Δικαιοσύνης
Ο κ. Μαρινάκης, επιχειρεί να αποποσανατολίσει τη συζήτηση για το θέμα που δημιουργήθηκε διατεινόμενος ότι οι αντιδράσεις στην πιο πάνω διάταξη του κ. Τζαβέλα συνιστούν δήθεν παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί ότι “όταν εκδίδει μια διάταξη ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί”. Δεν αμφσβητήθηκαν όμως οι αρμοδιότητες του κ. Εισαγγελέα. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η ορθότητα της κρίσης του. Ιδίως όταν η ανάσυρση του φακέλου από το αρχείο δεν σημαίνει κατ’ αναγκη παραπομπή, πολύ δε περισσότερο καταδίκη. Σημαίνει περαιτέρω διερεύνηση, η οποία είναι επιβεβλημένη για την απόδοση της Δικαιοσύνης, μετά τα συντριπτικά στοιχεία που έχουν προκύψει με την εκδίκαση της υπόθεσης από το Πλημελειοδικείο της Αθήνας.
Την περαιτέρω διερεύνηση, εκ των πραγμάτων, μπλοκάρει η απόφαση του κ. Εισαγγελέα, όπως και η αντίστοιχη της προκατοχου του κας Αδειλίνη, να διατηρούν την υπόθεση στο αρχείο ως προς πολιτικά πρόσωπα και εμπλεκόμενους από τον κρατικό μηχανισμό. Επιφέροντας την καταγγελλόμενη συγκάλυψη, “ακόμη και αν υιοθετήσουμε την εκδοχή του απλού σφάλματος εκτίμησης”, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο κ. Παυλόπουλος. Η εμμονή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να κρατά στο αρχείο μια υπόθεση, παρά την κρίση των Δικαστών και των Εισαγγλέων του Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο την Κυβέρνηση εξυπηρετεί, αφού εμπλέκεται η ΕΥΠ της οποίας άμεσος πολιτικός προϊστάμενος είναι ο Πρωθυπουργός. Κατά συνέπεια, τίθενται εύλογα ερωτήματα κατά πόσον υφίσταται ο επιβεβλημένος διαχωρισμός της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία.
Η παλαιά τεχνική του “διαχωρσμού” μιας δικογραφίας
Αντίστοιχο διαχωρισμό δικογραφίας είχε επιχειρήσει να επιβάλει ο Κωνστταντίνος Κόλλιας, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (και μετέπεειτα πρώτος χουντικός “Πρωθυπουργός”) για την υπόθεση Λαμπράκη. Επιδίωξή του ήταν ο χωρισμός της δικογραφίας και η χωριστή ανάκριση για τους φυσικούς και τους ηθικούς αυτουργούς (αυτούς που έδωσαν εντολή για τη δολοφονία), ώστε τελικά οι ηθικοί αυτουργοί (αξιωματικοί της Χωροφυλακής με προεξάρχοντα το στρατηγό Μήτσου) να παραμείνουν ατιμώρητοι. Επιχείρησε μάλιστα να πιέσει τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη και τον εισαγγελέα Μπούτη να μη προφυλακίσουν κατηγορούμενους αξιωματικούς της Χωροφυλακής, χωρίς επιτυχία, αφού οι δύο λειτουργοί της Δικαιοσύνης δεν υπέκυψαν στις αφόρητες πιέσεις.
Αν οι περιστάσεεις (ενδεχμένως και η τότε ισχύουσα δικονομία) το επέτρεπαν, ίσως και η υπόθεση εκείνη να είχε εξαφανισθεί δια της αναβαθμίσεως, όπως έγινε τώρα με τους εμπλεκόμενους από τα πολιτικά πρόσωπα και την ΕΥΠ. Τότε, επρόκετιο για τη Χωροφυλακή.
Την παραίτηση του κ. Τζαβέλλα ζητεί ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών
Αυστηρό ψήφισμα ξέδωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με το οποίο ζητείται η παραίτηση του κ. Τζαβέλα, με το σκεπτικό ότι η άρνησή του να ανασύρει το φάκελο των υποκλοπών μετά τη διαβίβαση της δικογραφίας του Πλημμελειοδικείου συνιστά “απέκδυση του κατά νόμο καθήκοντός του” και ως εκ τούτου “απέτυχε οριστικά στην εκπλήρωση του θεσμικού του ρόλου”. Μειοψήφισαν ο Πρόεδρος του ΔΣΑ κ. Κουτσόλαμπρος και άλλοι σύμβουλοι, που έφεραν προς έγκριση ψήφισμα της Ολμέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων με ηπότερη διατύπωση.
Αναλυτικά το ψήφισμα του ΔΣΑ έχει ως εξής:
«Το ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά την έκτακτη συνεδρίασή του την 29η.4.2026, κατά πλειοψηφία, έλαβε την κάτωθι απόφαση για το ζήτημα των υποκλοπών:
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, με επανειλημμένα ψηφίσματα, επιστημονικές εκδηλώσεις, νομικές ενέργειες και διαβήματα από το 2022 μέχρι σήμερα, έχει επισημάνει την κορυφαία για το κράτος δικαίου σημασία της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών. Η διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών τυγχάνει απόλυτης προστασίας κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος και αποτελεί προϋπόθεση ενάσκησης όλων των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών. Γι’ αυτό και η αποκαλυφθείσα παγίδευση των τηλεφωνικών επικοινωνιών ανώτατων κρατικών αξιωματούχων, στρατηγών, δικαστών, υπουργών, βουλευτών, δημοσιογράφων, δικηγόρων και άλλων, τόσο μέσω αμφίβολης νομιμότητας άρσεων του τηλεφωνικού απορρήτου για “λόγους εθνικής ασφάλειας” όσο και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, αποτελεί ανεξίτηλο πλήγμα στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, που πρέπει να διαλευκανθεί και να εξιχνιαστεί καθ’ ολοκληρίαν.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ, με το από 6/3/2026 ψήφισμά του, επισήμανε ότι η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα της έδρας, διαβιβάστηκε εκ νέου η δικογραφία στις εισαγγελικές αρχές λόγω επαρκών ενδείξεων τέλεσης σοβαρών αξιόποινων πράξεων, όπως είναι το κακούργημα της κατασκοπείας, παρά την προηγηθείσα αρχειοθέτηση της υπόθεσης σε επίπεδο Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αποτελεί σημαντική δικαστική εξέλιξη στην υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων και υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους και διαφανούς διερεύνησης όλων των πτυχών της υπόθεσης.
Κατόπιν τούτων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών αποδοκιμάζει με έντονο και κατηγορηματικό τρόπο την από 27/4/2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα, με την οποία δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, χωρίς να προηγηθεί η οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα βάσει των οριζομένων στην απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του όγκου των νεότερων αποδεικτικών στοιχείων που αυτή επικαλείται. Η άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εκπληρώσει το κατά νόμο καθήκον του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση αποτελεί θεσμική εκτροπή, με δεδομένη και την προσωπική του εμπλοκή ως εποπτεύοντος (το επίμαχο διάστημα) Εισαγγελέα της ΕΥΠ η οποία θα επέτασσε την αποχή του από κάθε περαιτέρω χειρισμό της δικογραφίας. Η αξίωση των πολιτών για δικαστική προστασία, εκτιμούμε βασίμως, ότι θυσιάζεται στον βωμό μιας απόπειρας συγκάλυψης, ενώ η ανάγκη λογοδοσίας φορέων της εκτελεστικής εξουσίας ακυρώνεται από τους ταγμένους θεματοφύλακες του ελέγχου της.
Για τους παραπάνω λόγους, το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, συναισθανόμενο την ευθύνη που πηγάζει από τις αρχές και τις παραδόσεις του δικηγορικού σώματος, ασκώντας την κατά νόμο αρμοδιότητά του από τον Κώδικα Δικηγόρων, αποφασίζει σήμερα να ζητήσει την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που με την απέκδυση του κατά νόμο καθήκοντός του απέτυχε οριστικά στην εκπλήρωση του θεσμικού του ρόλου. Ταυτόχρονα, το ΔΣ του ΔΣΑ αποφάσισε τις κάτωθι άμεσες ενέργειες:
– τη διοργάνωση συνέντευξης τύπου στην αίθουσα “Μιχάλης Ζαφειρόπουλος” του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με σκοπό την ενημέρωση της κοινής γνώμης.
– τη διοργάνωση ανοιχτής επιστημονικής εκδήλωσης για το θέμα της διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, τη νομοθετική του θωράκιση αλλά και την ανάγκη εξαντλητικής διερεύνησης της υπόθεσης,
– την παράσταση διαμαρτυρίας του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔΣΑ στον ‘Αρειο Πάγο,
– τη στήριξη των θυμάτων των τηλεφωνικών υποκλοπών και των δικηγόρων τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στη διερεύνηση της υπόθεσης και την αποκάλυψη της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων,
– την διαβίβαση της παρούσας απόφασης στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE),
– τη συγκρότηση επιτροπής με την αξιοποίηση προσωπικοτήτων του νομικού κόσμου και ατόμων εγνωσμένου κύρους και με περιεχόμενο τη δημόσια ανάδειξη και την εκ νέου ανάσυρση της υπόθεσης.

