Πρώτη ἀπαγγελία, Πέμπτη 7 Δεκμβρίου 2023, στὰ πλαίσια συναυλίας τοῦ Μιχάλη Σιγανίδη στὸ Πλαγκτόν, Σερβίων 8, Βοτανικός, Ἀθήνα

Καὶ ἐξέκοψαν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ κατήνεγκαν αὐτὸν εἰς Γάζαν.

ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Ὀγδόντα χρόνια μετὰ τὴν ἐξέγερση τοῦ ἑβραϊκοῦ γκέττο τῆς Βαρσοβίας,

Ὀγδόντα χρόνια μετὰ τὸν μαῦρο Ἰούλιο, ὅταν οἱ Ἑβραῖοι τῆς Θεσσαλονίκης μαντρώθηκαν ὡς ἄφωνοι ἀμνοὶ ἀπὸ τοὺς Ναζὶ καὶ στάλθηκαν στὰ στρατόπεδα ἐξόντωσης,

Μισὸ αἰώνα ἀπὸ τὸν Πόλεμο τοῦ Γιὸμ Κιππούρ, ποὺ τ᾽ ἀπόνερά του ἑδραίωσαν τὴν παρουσία καὶ φωνὴ τοῦ ἀραβικοῦ κόσμου στὸ διεθνὲς προσκήνιο,

Ἐννἐα χρόνια ἀπὸ τὴν τελευταία εἰσβολή,

Ἐδῶ κι ἑξῆντα ἡμέρες, πόλεμος ἐκ νέου καὶ εἰσβολὴ στὴ Λωρίδα τῆς Γάζας, στὸ γκέττο τῆς Γάζας.

Πρόκειται γιὰ τὴν ἀρχαιότερη πολεμικὴ σύρραξη στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μιὰ σύρραξη ποὺ κρατᾶ ἐδῶ καὶ τρεῖς χιλιάδες χρόνια.

Ἡ ἐναρκτήρια ἀναφορὰ στὴν ἐξόρυξη τῶν ὀφθαλμῶν προέρχεται ἀπὸ τὴ Βίβλο. Ἀπὸ τὸ τρίτο βιβλίο τῶν Κριτῶν, ποὺ διηγεῖται τὴν ἱστορία τοῦ Σαμψών, τὸν ὁποῖον οἱ Φιλισταῖοι, δηλαδὴ οἱ βιβλικοὶ Παλαιστίνιοι, αἰχμαλώτισαν καὶ τύφλωσαν στὴν Γάζα, ὅταν ὁ Σαμψὼν ἔχασε τὴν  ὑπερφυσική του δύναμη. Κι ἐκεῖ στὴ Γάζα, ὅταν ἀνέκτησε τὴ δύναμή του, ὁ Σαμψών, γκρέμισε τὸν ναὸ ὅπου τὸν εἶχαν ἀλυσοδέσει, φωνάζοντας «Ἀλωθήτω ἡ ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων».

Συντρίμια τότε ὁ ναός, συντρίμμια τώρα ἡ Γάζα ὁλόκληρη.

Τὸ αἴτιο τῆς διένεξης εἶναι πάντα τὸ ἴδιο: ἀρρωσταίνουν  οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἐγωϊστικὴ φιλοδοξία, φοβοῦνται τοὺς   ζωντανοὺς  καὶ  προτιμοῦν   τὸ  πρόσωπο   τοῦ   πλησίον,   πού᾽ναι   τὸ   δικό  μου,   δικό σου,  δικό τους, νὰ τὸ ξέρουν πεθαμένο.

Ἡ διάρκεια, ὅμως,τῆς διένεξης, ἀπὸ τὴ Βίβλο ἕως σήμερα, ξεπερνᾶ τὴν ἀτομικὴ ἀνθρώπινη ἀντίληψη, ἔτσι ποὺ ἡ διένεξη ἀποκτᾶ διαστάσεις γεωλογικοῦ φαινομένου. Σὰν νὰ πρόκειται γιὰ σύγκρουση τεκτονικῶν πλακῶν.

Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι τὴν ὥρα ποὺ βομβαρδίζεται ἡ Γάζα γίνεται σεισμὸς κι ἔκρηξη ἡφαιστείου στὴν Ἰσλανδία.

Γεωλογικὰ φαινόμενα σὰν αὐτὰ τῆς Ἰσλανδίας φέρνουν στὴν ἐπιφάνεια ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς τὸ ἄμορφο πύρινο μάγμα. Τὰ συντρίμμια στὴ Γάζα μᾶς κάνουν μάζα, ἄμορφο συμπίλημα ἀνθρώπων χωρὶς πρόσωπο.

Διάβασα πρόσφατα μιὰν ἀναφορὰ στὸ ξεκλήρισμα τῶν Ἑβραίων τῆς Θεσσαλονίκης:

Ὅταν μέσα σὲ βαγόνια φορτηγὰ ΙΠΠΟΙ 9 – ΑΝΔΡΕΣ 58, μεταφέρονταν οἱ 45 χιλιάδες τοῦ πληθυσμοῦ ποὺ ἐξοντώθηκαν, παρ᾽ὅλο τὸν συνωστισμὸ ποὺ ἔδενε τὴ μιὰ ὕπαρξη μὲ τὴν ἄλλη καὶ τὰ δυὸ σώματα μαζὶ διακλαδίζονταν, σὲ ἄκρα σὰν πλεμάτια καμωμένα κουβάρι στὴν πελαγίσια δίνη, καμιὰ ἐκδήλωση ἐκ μέρους τῶν ἐπιβατῶν πού᾽χε φορτώσ᾽ ἡ βία, ἡ παραμικρότερη μετακίνηση δὲν ἐπιτρεπόταν, σὰ νά᾽χαν μεταβληθεῖ, ἀκόμα πρὶν φτάσουν στὸν ὄλεθρο ποὺ τοὺς ἀνέμενε τελικά, σὲ ἁπλὴ πραμάτεια, σωρὸ ἀπὸ ζευγάρια παπούτσια καὶ ροῦχα γυναικεῖα καὶ ἀνδρικά, οἱ ὑπάρξεις ποὺ θά᾽τρωγε ἡ φωτιά, στοιβαγμένους σωρούς, κατ᾽αὔξοντα ἀριθμὸ πτωμάτων, ποικίλων ἀποχρώσεων λόγῳ τῆς σήψεως

Τὸν συνωστισμὸ στὰ βαγόνια τοῦ τρένου ἀκολούθησε ὁ ἀσφυκτικὸς συνωστισμὸς σὲ στρατόπεδα ὅπως τοῦ Ἄουσβιτς, ὑπόμνηση ὅτι ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος βασανίζει τὸν συνάνθρωπό του στερώντας του τὸν χῶρο. Θυμηθεῖτε τὰ ὅσα γράφει ὁ Ιωάννης Καμενιάτης γιὰ τὸν συνωστισμὸ τῶν αἰχμαλώτων στὰ πλοῖα τῶν Σαρακηνῶν πειρατῶν ποὺ τοὺς μετέφεραν στὴν Κρήτη καὶ τὴν Κιλικία. Θυμηθεῖτε τὴ μαύρη τρύπα τῆς Καλκούττας.

Κι ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς ὑπενθυμισω ὅτι ἡ ἔκταση τῆς Λωρίδας τῆς Γάζας εἶναι 365 τ.χ., λἰγο μικρότερη ἀπὸ τὴ Θάσο. Ἡ Θάσος ἔχει πληθυσμὸ δεκατέσσερεις χιλιάδες, στὴ Λωρίδα τῆς Γάζας ζοῦν περισσότεροι ἀπὸ δύο ἑκατομμύρια συνάνθρωποί μας.

Γιὰ τοὺς Ναζὶ οἱ Ἑβραῖοι ἦταν untermenschen, υπάνθρωποι. Δυὸ τρεῖς γενιὲς μετὰ τὸ ὁλοκαύτωμα, ἀπόγονοι τῶν untermenschen, ἐπιτελάρχες τοῦ ἰσραηλινοῦ στρατοῦ, ἀναφέρονται στοὺς Παλαιστινίους ὡς human animals και ὑπουργὸς τῆς κυβέρνησης εἰσηγεῖται ρίψη ἀτομικῆς βόμβας στὴ Γάζα, «γιὰ νὰ τελειώνουμε μιὰ καὶ καλή».

Μοῦ ἔρχονται στὸ νοῦ οἱ στίχοι τοῦ W. H. Auden:

The world and I know

What all schoolboys learn

Those to whom evil is done

Do evil in return.

*

Πρῶτο θῦμα κάθε πολεμικῆς σύρραξης εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Ὡστόσο, ὅσοι πιστεύουν στὴν ἀκατάβλητη καὶ μὴ ἀναχαιτίσιμη ἐξελικτικὴ πορεία τῆς ἀνθρωπότητας παρατηροῦν ὅτι οἱ πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις στὴ Γάζα μᾶς φέρνουν πιὸ κοντὰ στην ἀλήθεια γιατὶ μᾶς πηγαίνουν ἀπὸ τὴ μεταφορὰ στὴν κυριολεξία.

Στὸ παρελθὸν μιλούσαμε γιὰ πλήγματα κι ἐπιχειρήσεις «χειρουργικῆς ἀκριβείας» γιὰ νὰ περιγράψουμε, παραδείγματος χάριν, τὴν ἐπιχείρηση ἰσραηλινῶν καταδρομέων γιὰ τὴ διάσωση ὁμήρων ἀεροπειρατείας στὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Ἐντέμπε.

Στὴ Γάζα ἡ μεταφορὰ ἔγινε κυριολεξία: οἱ καταδρομεῖς τοῦ ἰσραηλινοῦ στρατοῦ ἐπιχειροῦν πλέον σὲ χειρουργεῖα καὶ θαλάμους νοσοκομείων.

῞Ένα ἀπὸ τἀ θύματα τῶν χειρουργικῆς ἀκριβείας πληγμάτων στὴ Γάζα ὑπῆρξε ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου. Πύραυλοι ἔπληξαν τὸν ναὸ σκοτώνοντας δεκαεννέα ἀμάχους ποὺ εἶχαν καταφύγει ἐκεῖ, προκαλώντας ζημιὲς στὸ κτίσμα, τὸν τρίτο ἀρχαιότερο χριστιανικὸ ναὸ στὴν ὑφήλιο.

Ὁ ναὸς τιμᾶ τὸν ἅγιο Πορφύριο, ἐπίσκοπο τῆς Γάζας στὰ τέλη τοῦ τέταρτου, ἀρχὲς τοῦ πέμπτου αἰώνα. Λαμπρὸ ἱεράρχη ποὺ πέρα ἀπὸ τὶς ἄλλες του ἀρετὲς εἶχε τὸ προνόμιονὰ εἶναι Σαλονικιός. Τὸν βίο του ἔγραψε ὁ μαθητής του διάκονος Μάρκος.

«Διέτριψα πολὺν χρόνον τρεφόμενος ἐκ τοῦ ἐμοῦ ἐργοχείρου· εἶχον γὰρ τὴν τοῦ καλλιγράφου τέχνη», γράφει ὁ διάκονος Μάρκος. Ἡ καλλιγραφία ἔχαιρε μεγάλης ἐκτίμησης στο Βυζάντιο κι οἱ ἐπαγγελματίες καλλιγράφοι κολυμποῦσαν ἢ τουλάχιστον τσαλαβουτοῦσαν στὸ τάληρο.

Ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη πὼς ἡ γραφὴ εἶναι ἡ πλέον συντηρητικὴ μορφὴ ἐκδηλώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος. Ἀναφέρονται ὡς παράδειγμα οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ἔχοντας ἀπολησμονήσει τὴ μητρική τους γλώσσα στὴ διασπορά, ἐξακολουθοῦσαν νὰ γράφουν μὲ τὰ ἑβραϊκὰ γράμματα τὴν ξένη λαλιὰ ποὺ μιλοῦσαν.Ἀνάλογο παράδειγμα τα καραμανλίδικα.

Ἡ πράξη τῆς γραφῆς εἶναι ἕνας χορὸς τῆς ἄκρας χειρός καὶ παρτιτούρα τοῦ χοροῦ εἶναι τὸ ἀλφάβητο.

Μεγάλη παρηγοριὰ στὶς ἀντιξοότητες τοῦ βίου μοῦ δίνει τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ νὰ γράψω τὸ ὄνομά μου χρησιμοποιῶ τὴν ἴδια παρτιτούρα, τὸ ἴδιο ἀλφάβητο ὅπως οἱ τρεῖς ἀπὸ τοὺς τέσσερεις Εὑαγγελιστές.

Στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο διαβάζουμε τὴ φράση «ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾽αὐτήν». Τὸ σκηνικὸ εἶναι λίγο πολύ γνωστό: Ὁ Χριστὸς διδάσκει στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Γραμματεῖς καὶ Φαρισσαῖοι φέρνουν μπροστά του μιὰ μοιχαλίδα. Πιθανὸν τὴ σέρνουν ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κατάχαμα ἢ τὴ σπρώχνουν μὲ κλωτσιὲς κι ἀγκωνιές. Φωνάζουν ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν Νόμο τοῦ Μωυσῆ πρέπει νὰ λιθοβοληθεῖ καὶ προσπαθοῦν νὰ διεγείρουν τὸ συγκεντρωμένο πλῆθος καὶ νὰ τὸ μεταμορφώσουν στὴν πλέον κατάπτυστη ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἀνθρώπινη ἔκφανση, τὸν ὄχλο, τὸ ἄμορφο πύρινο μάγμα, τὴν ἄμορφη ἀνθρώπινη μάζα δίχως πρόσωπο.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεανθρώπου γαληνεύει τὸ πέλαγος τῶν λογισμῶν. Παρευθὺς βαβούρα κι ἀναταραχὴ κοπάζουν. Μιὰ λεπτομέρεια ὡστόσο μοῦ κάνει ἐντύπωση: πρὶν ἀπαντήσει ὁ Χριστός, κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ κατέγραφεν εἰς τὴν γῆν.Δηλαδή, ἔσκυψε ὁ Θεάνθρωπος καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἔγραψε στὸ χῶμα

Ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, μ᾽ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς Λόγος μᾶς διδάσκει ὅτι μόνη ἄμυνα τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὴν ἀπαλλοτρίωση τοῦ προσώπου του εἶναι ἡ γραφή.

*

Ὑπάρχουν γλῶσσες ποὺ ἀλλάζουν γραφὴ κι ἀλφάβητο κι ἄλλες ποὺ πεισματικὰ διατηροῦν τὴν ἰδιαίτερη γραφή τους. Μιὰ τέτοια γλώσσα εἶναι τὰ γεωργιανά.

შემოდგომის წვიმა უფრო მეტად

ამძაფრებს სუროს მელანქოლიას

Μὲ λαβὴ ὀμπρέλας, μὲ πηνία, οὐρίτσα δράκου, πετεινοῦ λειρί, γάντζο, ἀγκίστρι, σταγόνες, πέταλο, ρόπτρο καὶ κοντάρι μοιάζουν τὰ γεωργιανὰ γράμματα. Σαστίζει τὸ μάτι μὲ τὶς μποῦκλες, τὶς οὐρίτσες, τὰ τρίγωνα καὶ τοὺς κύκλους. Γιατί ν᾽ἀποτυπωθεῖ ἕνας φθόγγος μὲ μιὰ μόνο μπούκλα, ὅταν μπορεῖ ν᾽ἀποτυπωθεῖ μὲ τρεῖς! Κι αὐτὴ ἡ γαλαντομία τῶν γραμμάτων, σὰν πλουσιοπάροχο γιορτινὸ τραπέζι, δίνει τὴν αἴσθηση, σχεδὸν τὴν βεβαιότητα ὅτι τὸ ἀλφάβητο ἐπινοήθηκε γιὰ νὰ ἐκφράσει νοήματα ὑψηλὰ καὶ πράγματι, τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ γράφτηκε στὸ γεωργιανὸ ἀλφάβητο ἦταν ἡ μετάφραση τῆς Βίβλου.

Ἴβηρες ὀρεσείβιοι κι ὁμογενεῖς Καυκάσιοι ποὺ φύγαν ἀπ᾽τὴ Γεωργία κι ἦρθαν στὴ Θεσσαλονίκη συχνὰ κρυμμένοι σὲ μπαγκαζιέρες λεωφορείων, ἀγκυροβόλησαν ἀρχικὰ στὴν Πλατεῖα Δικαστηρίων, γύρω ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Βενιζέλου, τὸν «ἄσπρο ἄν᾽τροπο».

Σύντομα γύρω ἀπὸ τὴν πλατεῖα, πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς Παναγίας Χαλκέων, ἄρχισαν νὰ ξεφυτρώνουν μαγαζιὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετοῦν τοὺς μετανάστες αὐτούς: παντοπωλεῖα μὲ τρόφιμα ἀπὸ τὴν πατρίδα, καφενεῖα καὶ ταβερνεῖα, πρακτορεῖα λεωφορείων, γραφεῖα συναλλάγματος.

Σ᾽ἕνα τέτοιο μαγαζὶ εἶδα περιοδικὰ κι ἐφημερίδες στὰ γεωργιανά κι ἡ ἔκπληξή μου ἦταν ἀπερίγραπτη. Ἐπρόκειτο γιὰ σκανδαλοθηρικὰ ἔντυπα ποὺ ἔγραφαν γιὰ ἔρωτες, γάμους, γεννητούρια, διενέξεις, διαζύγια, δολοφονίες ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι μοῦ ἦταν παντελῶς ἄγνωστοι ἀλλὰ προφανῶς ἀντιπροσώπευαν τὴ χλίδα καὶ τὴ γκλαμουριὰ τῆς Τυφλίδας τοῦ Κουτάισι καὶ τοῦ Μπατούμι. Κι ἡ γλώσσα ποὺ θεωροῦσα ὅτι ἐξαιτίας τῆς κιμπαριᾶς τῶν γραμμάτων τοῦ ἀλφαβήτου της εἶναι φτιαγμένη γιὰ νὰ ἐκφράζει ὑψιπετεῖς ἔννοιες καὶ ἰδέες, ἔβλεπα ὅτι ἀναλωνόταν σὲ φτηνιάρικη κι εὐτελὴ καθημερινότητα.

Ἡ ἀνατροπὴ τῶν συλλογισμῶν μου μὲ ταρακούνησε πατόκορφα. Εὐτυχῶς πλάι στὸ μαγαζὶ μὲ τὰ περιοδικὰ ἦταν ἕνα ταβερνεῖο. Κάθησα κι ἔφαγα χινκάλια, πουγγιὰ ζύμης γεμιστὰ μὲ κιμᾶ, καὶ λουκάνικο μὲ ρόδι, πίνοντας δυνατὴ καυκάσια μπύρα. Τὰ χινκάλια δὲν ἦταν σπουδαῖα: τὰ εἶχαν ξαναζεστάνει στὰ μικροκύματα κι ἡ ζύμη εἶχε λαπαδιάσει. Τὸ λουκάνικο κι ἡ μπύρα ἦταν ὅλα τὰ λεφτά.

Ὅπως ἡ τσαγέρα τοῦ ἐγγλέζικου φάιβ ο κλὸκ τσαγιοῦ σὲ προστατεύει ἀπὸ τὸ χάος, ἔτσι καὶ τὸ φαΐ στὸ στομάχι σὰν ἔρμα βοηθάει νὰ ξαναβρεῖ κανεὶς τὴν ἰσορροπία του, ὅταν ἀντιλήψεις ἀνατρέπονται ἄρδην. Τρώγοντας ἦρθα ξανὰ στὰ γράδα μου καὶ συνειδητοποίησα πὼς ἐνώπιον τῶν γεωργιανῶν σκανδαλοθηρικῶν ἐντύπων βρέθηκα στὴ θέση τῶν ἀλλοδαπῶν ποὺ ἐπισκέπτονται τὴν Ἑλλάδα μὲ ἀποσκευὲς τὶς κλασικές τους σπουδές.

Συνειδητοποίησα πῶς θὰ πρέπει νὰ νιώθουν ὅταν βλέπουν τὰ γράμματα ποὺ συνδύαζαν στὸ μυαλό τους μὲ τὸ ὕψος τοῦ ἀρχαίου δράματος, τοῦ ἔπους, τῶν ἐπιγραμμάτων καὶ τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ, νὰ ἐκφράζουν τὸ εὐτελὲς ἐφήμερο τῆς καθημερινότητας· ὅταν, διαβάζοντας τὴν Σωκράτους Ἀπολογία σὲ μπαλκόνι ἐνοικιαζόμενου δωματίου, ἀκοῦν τὴν σπιτονοικοκυρὰ νὰ φωνάζει στὸν κανακάρη της, «Μὴ μὲ σκᾶς, Σωκράτη! Φάε ἐπιτέλους τὴν μπουκιά σου!».

Ἀντιλήφθηκα πόσο ἀνατρεπτικὲς μπορεῖ νὰ εἶναι τέτοιες παρεμβάσεις τῆς πραγματικότητας στὸ ἰδεατὸ σύμπαν ποὺ εἶχαν φτιάξει στὸ μυαλό τους ὄχι μὲ μάρμαρα ἢ λιθάρια ἀλλὰ μὲ σελίδες βιβλίων.

Ἀνάβω τσιγάρο μὲ διαφημιστικὸ ἀναπτήρα· στὴ μιά του ὄψη διαφημίζει καλλυντικὰ ποὺ ὑπόσχονται ὑπέροχο ταξίδι ὀμορφιᾶς, στὴν ἄλλη ὄψη διαβάζω

«τὰ πάντα ρεῖ καὶ οὐδὲν μένει»

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, 544 – 484 π.Χ.

Ρουφῶ τὸν καπνὸ καὶ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὡς νεοέλληνας εἶμαι καταδικασμένος νὰ ζῶ καθημερινὰ μιὰ πραγματικότητα ὅπου σὲ ρυθμοὺς ὑψίσυχνους τὸ ὑψηλὸ ἐναλάσσεται μὲ τὸ εὐτράπελο, ὅπου πολὺ συχνὰ τὸ ὑψηλὸ γίνεται αὐτὸ τὸ ἴδιο εὐτράπελο καὶ τὸ εὐτράπελο ποῦ καὶ ποῦ καταντᾶ ὑψηλό.

Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἐνῶ ἀλλοδαποὶ ὁμότιμοί μου μποροῦν νὰ περπατοῦν κορδωμένοι κι εὐθυτενεῖς, πατώντας στέρεα στὸ ἔδαφος τῆς αὐτοκρατορίας, τῆς βιομηχανίας, ἢ τοῦ διαφωτισμοῦ τους, ἐγὼ ἂν θέλω νὰ μὴν χάσω τὴν ἀλήθεια μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν᾽ἀκροβατῶ σὰν σχοινοβάτης, νὰ περπατῶ μὲ κυβιστήσεις καὶ κωλοτοῦμπες.

Σὰν πίθηκος ποὺ μιλάει.

Ἀόμματος στὴ Γάζα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>