• “ΕΔΩ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ” ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΕΙ ΜΕΤΑ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΟΣ ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

Εδώ και μήνες, με πρόσχημα την καταπολέμηση του πληθωρισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανεβάζει συνεχώς τα επιτόκια δανεισμού. Αντίστοιχη άνοδος δεν υπάρχει στα επιτόκια καταθέσεων, με αποτέλεσμα οι Τράπεζες, να “αγοράζουν” το χρήμα με την ίδια τιμή και να το “πουλάνε” όλο και πιο ακριβά. Βρισκόμαστε, κατά συνέπεια, σε μια όλο και μεγαλύτερη αισχροκέρδεια.

Με τη λογική αυτή, η ακροδεξιά κυβέρνηση της Ιταλίας αποφάσισε να επιβάλει φόρο στα υπερκέρδη των Τραπεζών, δηλαδή στη διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στο σύνολο των τόκους που η κάθε Τράπεζα χρεώνει τους πελάτες στους οποίους χορηγεί κάθε είδους πίστωση και στο συνολικό ποσό των τόκων που καταβάλλει στους καταθέτες.  

Στον αρχικό σχεδιασμό προβλεπόταν η φορολόγηση με 40% των πιο πάνω κερδών πέρα από συγκεκριμένο όριο. Πανικός κατέλαβε τις Τράπεζες, ο οποίος καταλάγιασε, αφού η κυβέρνηση δεσμεύτηκε το φορολογητέο ποσό να μη ξεπεράσει το 0,1% του ενεργητικού. Με τον τρόπο αυτό, η απόδοση του φόρου πέφτει στα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι του αρχικού 4,9. 

Τα δημοσιονομικά της Ιταλίας με το μεγάλο εξωτερικό χρέος, αλλά και άλλων χωρών  ταλαιπωρούνται ιδιαίτερα με την πολιτική της ΕΚΤ. Έτσι, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να βρει τρόπο να πάρει πίσω ένα μέρος των επιβαρύνσεων “αποδίδοντας δικαιοσύνη”. Το ίδιο συμβαίνει με τα νοικοκυριά, που βλέπουν τις δόσεις των δανείων τους να αυξάνονται κάθε μήνα, άδηλο πόσο και για πόσο…

Ταυτόχρονα όμως, η ιταλική κυβέρνηση Μελόνι είχε δείξει προηγουμένως το νεοφιλελεύθερο και ανάλγητο πρόσωπό της, καταργώντας ξαφνικά το “εισόδημα των πολιτών”, (Reddito di cittadinanza), πόρο που είχε καθιερώσει για όλες τις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα η κυβέρνηση των “Πέντε Αστέρων”, προκειμένου να κατοχυρωθούν οι βασικές τους ανάγκες. Έτσι, αποφάσισε να τηρήσει τα προσχήματα φορολογώντας τα υπερκέρδη των Τραπεζών.

Η ιταλική κυβέρνηση δεν είναι η μόνη που πήρε αυτό το μέτρο. Έχει προηγηθεί η σοσιαλιστική κυβέρνηση Σάντσεθ της Ισπανίας, που έσπευσε να φορολογήσει τα υπερκέρδη των Τραπεζών μόλις αυτά ξεπέρασαν τα είκοσι (20) δισεκατομμύρια ευρώ. Η μεγαλύτερη ισπανική Τράπεζα “Santander”, υπολογίζεται ότι θα καταβάλει μεταξύ 220 και 230 εκατομμύρια ευρώ για το φόρο, επί κερδών 10 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ανάλογα μέτρα έχουν ληφθεί στην Τσεχία, στην Ουγγαρία και στη Λιθουανία.

Όμως στην Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κάτι επιβεβλημένο και αυτονόητο θεωρείται αδιανόητο. Ο διευθύνων σύμβουλος (“CEO”) της Alpha Bank κ. Βασίλης Ψάλτης,  αναφώνησε, προφανώς μετά λόγου γνώσεως:  “Εδώ δεν θα γίνει της Ιταλίας”. Δικαιολόγησε τη θέση του αυτή επικαλούμενος ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν παγώσει τον δείκτη “Γιούριμπορ” (δείκτη δανεισμού των Τραπεζών μεταξύ τους) κάτι που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του δίνει περιθώρια στο κράτος να βοηθήσει τους δανειολήπτες.

Γεγονός παραμένει ότι η Alpha Bank εμφάνισε προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη μετά από φόρους στα 357 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 74,4% σε σχέση με το 2022 και κατά 20% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, στο β΄ τρίμηνο του 2023. Μια αύξηση-προϊόν των διαρκών ανατιμήσεων των επιτοκίων χορηγήσεων σε σχέση με τα επιτόκια καταθέσεων και όχι της επιχειρηματικής “δεινότητας”, αφού αναθεωρούνται προς τα πάνω οι εκτιμήσεις για την κερδοφορία.

Ο κ. Ψάλτης αποδίδει την επίδοση της Τράπεζάς του στα  “βελτιωμένα αποτελέσματα της Τράπεζας σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα που επιδεικνύει η ελληνική οικονομία”.  Ευγενική ανταπόδοση για την “ασφάλεια” που εμπνέει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στην ανενόχλητη απόλαυση πάσης φύσεως υπερκερδών, κι ας είναι τα αποτελέσματα “βελτιωμένα” εκ του ασφαλούς λόγω της συνεχούς ανόδου των επιτοκίων χορηγήσεων, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα των επιτοκίων καταθέσεων. Θα ήταν ενδιαφέρον να είχαμε και εμείς μια εικόνα της συνολικής υπέρ των Τραπεζών απόδοσης της διαφοράς των επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων στην Ελλάδα.

Την αντίθεσή της στη φορολόγηση αυτή εκφράζει, όπως είναι αναμενόμενο,  η ΕΚΤ, με το πρόσχημα ότι σε περίπτωση νέας κρίσης θα υπονομευθεί η ανθεκτικότητα των Τραπεζών.  Από κοντά πιέζει και ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης “Μούντις”, που χαρακτηρίζει ως «πιστοληπτικά αρνητικό» (credit negative) τον φόρο.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>