- ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΣΤΙΣ 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ (WARE)
” Ἡ πίστη μας στὴν Τριάδα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ παλεύουμε σὲ κάθε ἐπίπεδο, ἀπὸ τὸ αὐστηρὰ προσωπικὸ ὡς τὸ καλύτερα ὀργανωμένο, ἀντίθετα σ’ ὅλες τὶς μορφὲς καταπίεσης, ἀδικίας καὶ ἐκμετάλλευσης. Στὴ μάχη μας γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ «ἀνθρώπινα δικαιώματα» ἐνεργοῦμε ἰδιαίτερα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος..” (Μητροπολίτη Διοκλείας Καλλίστου “Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος“)
Ἐκοιμήθη στὶς 24 Αὐγούστου καὶ σὲ ἡλικία 88 ἐτῶν ὁ Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος, κατὰ κόσμον Τίμοθι Γουέαρ (Ware), διαπρεπὴς κληρικὸς καὶ θεολόγος.
Γεννήθηκε στὸ Μπαθ, Σόμερσετ, τῆς Ἀγγλίας τὸ 1934, Ἄγγλος ὠς πρὸς τὴν ἐθνότητα καὶ Ἀγγλικανὸς στὴν πίστη. Τὸ 1958, σὲ ἡλικία 24 ἐτῶν, βαφτίστηκε Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ ὑπάχθηκε στὴν Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς του στὸ Westminster School τοῦ Λονδίνου, σπούδασε φιλολογία, λατινικὰ καὶ θεολογία στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης. Τὸ 1965 ὁλοκλήρωσε τὸ διδακτορικό του μὲ θέμα τὰ Ἀσκητικὰ ἔργα τοῦ Μάρκου τοῦ Ἐρημίτη.
Τὸ 1965 χειροτονήθηκε διάκονος λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Κάλλιστος.Τὸ 1966 χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ Ἀρχιμανδρίτης καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Πάτμο.
Μετὰ τὴ χειροτονία του, ἐπέστρεψε στὴν Ὀξφόρδη ὅπου ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου στὴν τοπικὴ ὀρθόδοξη ἐνορία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Παράλληλα ἐκλέχθηκε Λέκτορας στὸν κλάδο τῶν Ὀρθόδοξων Ἀνατολικῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστήμιου τῆς Ὀξφόρδης, ὅπου ἀπὸ τὸ 1965 ἕως τὸ 2001 δίδαξε κλασικὴ καὶ βυζαντινὴ φιλοσοφία καὶ Ὀρθόδοξη θεολογία.
Τὸ 1982 ἔγινε Βοηθὸς Ἐπίσκοπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας καὶ τὸ 1986 ἐκλέχθηκε μητροπολίτης Διοκλείας ἀπὸ τὴ Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Μετὰ τὴ συνταξιοδότησή του τὸ 2001 ἐξακολούθησε νὰ δίνει διαλέξεις καὶ νὰ δημοσιεύει θεολογικὰ ἔργα,
Ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἑλληνικὰ τὰ βιβλία του “Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος”, “Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία”, “Ἡ δύναμη τοῦ Ὀνόματος”, “Ἡ ἐντὸς ἡμῶν Βασιλεία”. κ.ἄ. Ὁ ἴδιος ἔχει μεταφράσει στὰ ἀγγλικὰ τὰ Μηναῖα, τὸ Τριώδιο καὶ τὴν Φιλοκαλία (ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν μακαριστὸ Ρh. Sherrard), ἐνῶ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς συνεκδότες τοῦ γνωστοῦ θεολογικοῦ περιοδικοῦ “Sobornost”.
Τεράστια ὑπῆρξε ἡ συνεισφορά του στὸν ἐμπλουτισμὸ τοῦ ὀρθόδοξου θεολογικοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀνάδειξης τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας σὲ δυτικοευρωπαϊκὸ περιβάλλον.
Ἰδιαίτερο βάρος ἔχει δώσει στὴν προσέγγιση τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος ὡς ὁδηγοῦ γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ στὴν προσωπικὴ καὶ κοινωνική του ζωή. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο “Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος”
Νὰ βάλουμε στὴ ζωή μας τὸ τριαδικὸ δόγμα ὥστε νὰ ἔχει ἐπίδραση ἐπαναστατική
«Τί εἶναι καθαρὴ προσευχή; Ἡ προσευχὴ ποὺ εἶναι σύντομη σὲ λόγια ἀλλὰ πλούσια σὲ πράξεις. Γιατὶ ἂν οἱ πράξεις σου δὲν ξεπερνοῦν τὶς ἱκεσίες σου, τότε οἱ προσευχὲς σου εἶναι ἁπλὲς λέξεις καὶ ὁ σπόρος τῶν χεριῶν δὲν ὑπάρχει μέσα τους» (Ἀποφθέγματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐρήμου)
Ἂν ἡ προσευχὴ πρόκειται νὰ μεταβληθεῖ σὲ πράξη, τότε αὐτὴ ἡ Τριαδικὴ πίστη ποὺ ἐμποτίζει ὅλη τὴν προσευχή μας πρέπει νὰ διακηρύσσεται στὴν καθημερινή μας ζωή. Λίγο πρὶν ἀπαγγείλουμε τὸ «Πιστεύω» στὴν Εὐχαριστιακή Λειτουργία, λέμε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἴνα ἐν ὁμονοία ὁμολογήσωμεν, Πατέρα Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιο καὶ ἀχώριστον». Σημειῶστε τὴ λέξη «ἴνα». Μία γνήσια ὁμολογία πίστης στὸν Τριαδικὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ γίνει μόνο ἀπὸ ἐκείνους πού, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῆς Τριάδος, δείχνουν ἀμοιβαία ἀγάπη μεταξύ τους. Ὑπάρχει μία ἀναπόσπαστη σχέση ἀνάμεσα στὴν ἀγάπη τοῦ ἑνὸς γιὰ τὸν ἄλλο καὶ στὴν πίστη μας στὴν Τριάδα· ἡ πρώτη εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴ δεύτερη καὶ μὲ τὴ σειρά της ἡ δεύτερη δίνει ἀπόλυτη δύναμη καὶ νόημα στὴν πρώτη.
Ἑπομένως τὸ Τριαδικὸ δόγμα, ἀντὶ νὰ τὸ παραμελοῦμε καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίζουμε σὰν ἕνα θέμα δυσνόητης θεολογικῆς σκέψης ποὺ ἐνδιαφέρει μόνο τοὺς εἰδικούς, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ βάλουμε στὴ ζωἠ μας ἔτσι ὥστε νὰ ἔχει μιὰν ἐπίδραση ἐπαναστατική. Φτιαγμένοι κατ’ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ ἀναπαράγουν στὴ γῆ τὸ μυστήριο τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης ποὺ ἡ Τριὰς βιώνει στὸν οὐρανό. Στὴ μεσαιωνικὴ Ρωσία ὁ ἅγ. Σέργιος τοῦ Radonezh ἀφιέρωσε τὸ νέο μοναστήρι ποὺ εἶχε ἱδρύσει στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἤθελε οἱ μοναχοί του νὰ δείχνουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, μέρα τὴ μέρα, τὴν ἴδια ἀγάπη ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὰ τρία πρόσωπα. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κλήση ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν ἀλλὰ τοῦ καθενός. Κάθε κοινωνικὴ μονάδα, -ἡ οἰκογένεια, τὸ σχολεῖο, τὸ ἐργοστάσιο, ἡ ἐνορία, ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία- πρέπει νὰ γίνει μιὰ εἰκόνα τῆς Τριάδος. Ἐπειδὴ ξέρουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρεῖς σὲ ἕνα, ὁ καθένας μας εἶναι ταγμένος νὰ ζεῖ μὲ θυσία μέσα στὸν ἄλλο καὶ γιὰ τὸν ἄλλο· ὁ καθένας εἶναι ταγμένος ἀμετάκλητα σὲ μιὰ ζωὴ πρακτικῆς ὑπηρεσίας, ἐνεργητικῆς συμπάθειας. Ἡ πίστη μας στὴν Τριάδα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ παλεύουμε σὲ κάθε ἐπίπεδο, ἀπὸ τὸ αὐστηρὰ προσωπικὸ ὡς τὸ καλύτερα ὀργανωμένο, ἀντίθετα σ’ ὅλες τὶς μορφὲς καταπίεσης, ἀδικίας καὶ ἐκμετάλλευσης. Στὴ μάχη μας γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ «ἀνθρώπινα δικαιώματα» ἐνεργοῦμε ἰδιαίτερα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
«Ὁ πιὸ τέλειος κανόνας τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ ἀκριβὴς ὁρισμός του, ἡ πιὸ ψηλή του κορφή, εἶναι αὐτὴ: νὰ ψάχνουμε ὅ,τι εἶναι γιὰ τὸ καλὸ ὅλων», λέει ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. «… Δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω ὅτι εἶναι δυνατὸ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο νὰ σωθεῖ ἂν δὲν κοπιάσει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διπλανοῦ του». Αὐτὲς εἶναι οἱ πρακτικὲς ὑποδείξεις τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ζεῖς τὴν Τριάδα.”
(Μητροπολίτη Διοκλείας Καλλίστου “Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος“. Μετάφραση Μαρία Πάσχου Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος, 1979.
Ὁλόκληρο τὸ βιβλίο ἀναρτημένο ἀπὸ τὴν “Ἄέναη Ἐπανάσταση”.
Ὁ Θεὸς ἂς τὸν ἀναπαύει.

