Την 5η Φεβρουαρίου 2023 (Κυριακή, 6 μ.μ.) πραγματοποιήθηκε μια διαδικτυακή συζήτηση (βλ. άλλη στήλη) στη ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ για τους τρεις Ιεράρχες, πολύ ουσιαστική, που κατά την κρίση μου είχε τα εξής χαρακτηριστικά:

α. Οι εισηγητές διαφόρων ειδικοτήτων συνδύαζαν εκκλησιαστική εμπειρία και γνώση της θεολογίας και δράσης των Τριών Ιεραρχών και άνετη επαφή με τη φιλοσοφία και παιδεία των Αρχαίων Ελλήνων με κέντρο τον ελεύθερο άνθρωπο.

β. Στη συζήτηση συσχετίστηκαν θεωρητικά στοιχεία με παραδείγματα της σχολικής ζωής αλλά και κριτικές αναφορές στην αρνητική Νεοφιλελεύθερη Πολιτική.

γ. Η αδιαφορία των θεσμικών φορέων για τους Τρεις Ιεράρχες και το πνεύμα τους μας χρεώνει με την ευθύνη κατά τους εισηγητές:

– να πολλαπλασιάσουμε τις εκδηλώσεις για το έργο τους μέσα στην κοινωνία.

– να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τον τρόπο του παραδείγματός τους, που εμπνέει.

– να λειτουργήσουμε κοινότητες διαλόγου και συνεργασίας, υπερνικώντας τον ατομισμό και το συμφέρον, που εκείνοι καταδίκαζαν.

Ως συμβολή στην εκδήλωση ακολουθεί μία νέα πρόταση για τον εορτασμό:

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Εορτασμός και διάλογος με τη ζωή και το πνεύμα τους

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ

1. Η παρούσα πρόταση έχει σκοπό να προκαλέσει συζήτηση για τον επωφελέστερο εορτασμό και την επικοινωνία με τη ζωή και το πνεύμα των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του 4ου και 5ου μ.Χ. αιώνων, με επίκεντρο τα Σχολεία και Πανεπιστήμια της Ελλάδας αλλά και τις ζωντανές Μητροπόλεις και τις οικογένειες των μαθητών.

2. Η πρόταση στηρίζεται στην παραδοχή, στην ισχυρή πίστη, ότι η επικοινωνία με τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας αλλά και γενικότερα η εκκλησιαστική αγωγή ή η ιστορική και πνευματική παιδεία και γνώση του πολιτισμού μας, οφείλει να προκύπτει από τη συνεργασία του Σχολείου, της οικογένειας και της Εκκλησίας ή αντίστοιχων κοινοτικών φορέων, ανάλογα με τις πραγματικές καταστάσεις. Οι ρόλοι των ανωτέρω είναι συμπληρωματικοί και το Σχολείο ως κρατικός ή κοινοτικός θεσμικός φορέας δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ρόλο και την ουσιαστική ευθύνη των άλλων δύο σήμερα, για ιστορικούς και κοινωνικοπολιτικούς λόγους.

3. Αναλυτικότερα:

α) Έγκαιρα, κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους, στους μαθητές ανατίθενται ποικίλες εργασίες ή οι ίδιοι οι μαθητές με πρωτοβουλίες τους αναλαμβάνουν να μελετήσουν πτυχές από τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών για να ετοιμάσουν κείμενα ή δρώμενα για την ημέρα του εορτασμού.

β) Με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας ορίζεται η 30η Ιανουαρίου ως ημέρα εορτασμού των Τριών Ιεραρχών και της Παιδείας, κορυφαία εορτή της Ορθοδοξίας και του Ελληνικού Πνεύματος, της Παιδείας με τους εξής όρους:

– Ανάλογα με τις πραγματικές συνθήκες οι δύο (2) πρώτες ώρες του προγράμματος διατίθενται για τον ελεύθερο εκκλησιασμό των μαθητών με την φροντίδα της οικογένειας και της χριστιανικής κοινότητας – της Εκκλησίας. Είναι δυνατόν, βέβαια, να ομιλήσει στην Εκκλησία και ένας κατάλληλος δάσκαλος ή καθηγητής ή και μαθητής.

Οι υπόλοιπες τρεις (3) ή τέσσερις (4) ώρες του σχολικού προγράμματος διατίθενται για ποικίλες σχολικές εκδηλώσεις ή μαθήματα, ανάλογα με την προετοιμασία μαθητών και δασκάλων καθηγητών. Πρωταρχικά τα θέματα των εκδηλώσεων ή μαθημάτων αφορούν τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών αλλά και γενικά θέματα Παιδείας σχετικά με τον ελληνικό και χριστιανικό πολιτισμό. Καταβάλλεται προσπάθεια, ώστε τα κείμενα, οι λόγοι ή τα δρώμενα πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που θα περιέλθουν, να απαντούν σε σημερινούς προβληματισμούς των νέων ή όλης της κοινωνίας.

Το υλικό των εκδηλώσεων με σχετικές φωτογραφίες ή ηχητικά ντοκουμέντα φυλάσσεται στο Αρχείο Εορτασμού των Τριών Ιεραρχών – Παιδείας και αποτελεί και πηγή δημοσιεύσεων.

4. Ειδική πρόταση:

Προτείνω με τις κατάλληλες βελτιώσεις η «Χριστιανική» να υποβάλει την πρόταση στο Υπουργείο Παιδείας, τα Κόμματα και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποφεύγοντας τον καταγγελτικό τόνο.

Παράλληλα, να ζητήσει από τις δύο (2) Θεολογικές Ενώσεις, την Ο.Λ.Μ.Ε. (Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης) καθώς και την Ομοσπονδία των Διδασκαλικών Συλλόγων να εκφέρουν τη γνώμη και τις προτάσεις τους.

Ο ΚΑΙΡΟΣ θα μπορούσε να καταρτίσει σχέδια εορτασμού για το 4ωρο σχολικό πρόγραμμα με όλες τις ιστορικές, θεολογικές, παιδαγωγικές και επιστημονικές παραμέτρους με ιδιαίτερη αναφορά σε διδακτικές εφαρμογές.

Με εκτίμηση και τα συγχαρητήρια για τους εισηγητές και οργανωτές της εκδήλωσης, την «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ»

Αθανάσιος Κουρταλίδης

Πρώην σχολικός σύμβουλος και διευθυντής Ελληνοπαίδων Εξωτερικών του ΥΠΕΠΘ

Σήμερα 30/01/2022 είναι η κοινή μνήμη τριών από τους μεγαλύτερους Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Θεολόγου. Δυστυχώς, και στην περίπτωση αυτή, ισχύει το οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού. Ζούμε σε μέρες όπου το κοινωνικό ζήτημα έχει οξυνθεί σε επίπεδο καθ’ όλα απαράδεκτο ως εγκληματικό. Από την άλλη, οι άνθρωποι δεν πείθονται επαρκώς από τις εναλλακτικές που του προσφέρονται και συνεχώς επανέρχονται “επί το ίδιον εξέραμα”. Η διδασκαλία των 3 Ιεραρχών στα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, βρίσκεται στον αντίποδα της κοινωνίας της “ευγένειας του Κεφαλαίου”, της νομιμοποιημένης αδικίας, της φτωχοποίησης όσων εργάζονται και προσφέρουν και της αναγωγής της αργόσχολης τάξης (Thornstein Veblen) σε ιθύνουσα τάξη της κοινωνίας. Στα παρακάτω παραθέτουμε μια συντομευμένη εκδοχή μιας ομιλίας του αντιπροέδρου της Χριστιανικής Δημοκρατίας στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, στις 03-02-2016, με γενικό τίτλο “Το μήνυμα των Τριών Ιεραρχών σήμερα“, που αναλύει τις διδαχές των κορυφαίων αυτών Αγίων.

Το μήνυμα των 3 Ιεραρχών σήμερα: Οι επικηρυγμένοι 3 Ιεράρχες

Όταν ασχολείται κανείς με τους τρεις Ιεράρχες, δηλαδή τον Βασίλειο τον Μεγάλο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο πολλές φορές έχει αυτήν την αίσθηση, δηλαδή ότι βρίσκεται στις πολύ ψηλές κορυφές της χριστιανικής πνευματικότητας.Το αντικείμενο αυτού του λόγου αφορά τις εξέχουσες, αν και σε μεγάλο βαθμό άγνωστες, τοποθετήσεις των 3 Ιεραρχών στα θέματα της εξουσίας, των πολιτικών αρχόντων και των όρων της υπακοής σε αυτούς, των χαρακτηριστικών του Χριστιανού ειδικότερα πολιτικού άρχοντα, του κοινωνικοπολιτικού ιδανικού που προέβαλαν, του πλούτου και της δίκαιης διανομής του, της αδικίας και εκμετάλλευσης ή, όπως λέγεται στην Ορθόδοξη Παράδοση,«αρπαγής».

 

1.«Υπερδημοκρατία», θεσμός εξουσίας και πολιτικοί άρχοντες

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στρέφοντας το βλέμμα του προς τον τρόπο ορθής διοίκησης και άσκησης εξουσίας δίνει ως παράδειγμα τον Απόστολο Πέτρο.Θρησκευόμενοι άνθρωποι στρέφονται εναντίον της δημοκρατικότητας, αλλά η πρακτική που προτείνει ονομάζεται από τον μεγάλο και πολυγραφότατο θεολόγο και συγγραφέα Νικόλαο Μπουγάτσο «υπερδημοκρατία». Γράφει:
«Δες αυτόν [τον Απόστολο Πέτρο] πώς κάνει τα πάντα με την κοινή γνώμη όλων. Τίποτα σαν αφέντης, τίποτα σαν άρχοντας… «Άνδρες, λέει, αδελφοί». Εάν ο Κύριος κάλεσε αυτούς αδελφούς, πολύ περισσότερο αυτός. Για αυτό και όταν όλοι ήσαν παρόντες αναφωνεί αυτό το πράγμα. Ιδού της Εκκλησίας το αξίωμα και η αγγελική κατάσταση. Κανένας εκεί δεν διαφέρει σε τίποτα, ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα. Το ίδιο επιθυμώ για την Εκκλησία και σήμερα». .(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, J.P. Migne, τόμος 60, 36)

Αλλού γράφει τα εξής:
«Ο μεν πολιτικός(έξωθεν) άρχοντας, επειδή εξουσιάζει με τον νόμο και την ανάγκη, κατά εύλογο και φυσικό τρόπο δεν γίνεται κοινωνός της γνώμης των αρχόμενων° εντούτοις, αυτός ο οποίος οφείλει να άρχει ανθρώπων με την θέλησή τους και που γνωρίζουν ότι η εξουσία του δόθηκε ως χάρη(χαριστικά), αν παγιώσει μια τέτοια ρύθμιση αυτού του πράγματος, δηλαδή να κάνει τα πάντα από την δική του γνώμη και να μη δίνει τον λόγο σε κανένα, τότε έχει κάνει την επιστασία του τυραννικότερη παρά δημοκρατικότερη».

Εδώ ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και οι Τρεις Ιεράρχες ευρύτερα συναντώνται και με μεταγενέστερους Πατέρες της Εκκλησίας όπως ο Φώτιος ο Μέγας(810-891) ο οποίος στην επιστολή του καλεί τον Βούλγαρο Αυτοκράτορα Βόρι να αναζητήσει τρόπους, ώστε να καταστήσει τους πολίτες του «συμμέτοχους στην εξουσία». Αυτή την συμβουλή φαίνεται πως εφαρμόζει ο (μεταξύ των αγίων) Αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης (1193-1254) ο οποίος, χωρίς να εκριζώσει το ρωμαϊκό πρότυπο πολιτικής διοίκησης που συνέχιζε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, είχε, σύμφωνα με τον μαρξιστή ιστορικό Γ. Κορδάτο, εγκαθιδρύσει «ένα καθεστώς συγκεντρωτικής δημοκρατίας».
Απευθυνόμενος τώρα στον Απόστολο Παύλο, ο Χρυσόστομος λέει, διερμηνεύοντας τα γνωστά χωρία του προς τους νομικιστές Ρωμαίους περί εξουσίας:
«Τι λες; Κάθε λοιπόν πολιτικός άρχοντας έχει χειροτονηθεί από τον Θεό; Δεν ισχυρίζομαι αυτό, λέει° γιατί δεν είναι ο λόγος μου αυτός για τον καθένα άρχοντα ξεχωριστά, αλλά περί του πράγματος(της εξουσίας). Γι’ αυτό δεν είπε: «δεν υπάρχει άρχοντας, παρά από τον Θεό», αλλά κάνει λόγο για το πράγμα».(Ν. Μπουγάτσου, «Κοινωνική διδασκαλία Ελλήνων Πατέρων», άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Λ1646)
Το σημείο αυτό έρχεται να συμπληρώσει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος στο έργο του με ονομασία «Όροι» γράφει τα εξής: «Πρέπει να υποτάσσεσθε σε ανώτερες δυνάμεις, οι οποίες δεν εμποδίζουν την εφαρμογή της εντολής του Θεού». Κάτι πολύ παρόμοιο προτρέπει και ο άγ.Οικουμένιος, ο οποίος δίδασκε την υπακοή «εν οις αν εντολή Θεού μη εμποδίζηται», δηλαδή στα σημεία εκείνα που δεν εμποδίζεται η εφαρμογή των εντολών του Θεού.
Τέλος, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει τα εξής περί ελευθερίαςστον λόγο του «Περί αρετής και κακίας»:
«Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας βασιλιάς πονηρός και ένας πολίτης χρηστός(καλός)° ας δούμε ποιου είναι κύριος ποιος και πού λάμπουν τα της δεσποτείας° και ποιος αυτός που εξουσιάζει και ποιος που εξουσιάζεται. (…) Προστάζει ο βασιλιάς στον πολίτη κάτι πονηρό και τελείως εσφαλμένο° τι λοιπόν θα κάνει ο καλός πολίτης και υπήκοος; Όχι μόνο δεν θα κινηθεί ούτε θα υπακούσει, αλλά θα προκαλέσει και τον προστάζοντα να τον φυλακίσει με βίαιο τρόπο, εάν θέλει για το συγκεκριμένο, ακόμη και αν θα πρέπει να πεθάνει. Ποιος είναι λοιπόν ο ελεύθερος; Αυτός που κάνει αυτό που επιθυμεί ή αυτός που καταφρονείται από τον υπήκοο;»

 

  1. Ιδανικό κοινωνικό

Είναι η κοινοκτημονική κοινωνία, με κοινή ιδιοκτησία και χρήση, όπου εφαρμοζόταν το ευαγγελικό ρητό των «Πράξεων»(κεφ. 2): «από τον καθένα με βάση τις δυνάμεις του, στον καθένα με βάση τις ανάγκες του». Αυτή η κοινωνία έχει ως υπόδειγμα την ιεροσολυμίτικη κοινότητα των τρισιχιλίων, αλλά τηρεί ως ορόσημα και «διηγήσεις» των μη-Χριστιανών και την κοινοχρησία των αγαθών που παρατηρείται ακόμηκαι σταάλογαζώα:

«Λαοί, ακούστε· χριστιανοί, δώστε προσοχή, διότι αυτά τα λέει ο Κύριος(…) Να μην φανούμε οι λογικοί άνθρωποι σκληρότεροι από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα χρησιμοποιούν από κοινού όσα φυτρώνουν εκ φύσεως στην γη.Και των προβάτων τα κοπάδια βόσκουν στο ίδιο και το αυτό βουνό και πάμπολλα άλογα μοιράζονται την ίδια πεδιάδα και όλα τα είδη των ζώων μεταξύ τους έτσι παραχωρούν το ένα στο άλλο την απαιτούμενη απόλαυση των τροφών. Μόνο εμείς οι άνθρωποι κάνουμε δικά μας τα κοινά και κατέχουμε για τον εαυτό μας αυτά που ανήκουν στους πολλούς. Ας ντραπούμε των εθνικών τις φιλάνθρωπες διηγήσεις. Σε μερικούς από αυτούς κάποιος φιλάνθρωπος νόμος προέβλεπε ένα τραπέζι και κοινά τρόφιμα και θεωρούσε το λαό σαν μία πολυάνθρωπη οικογένεια.

Ας αφήσουμε όμως τους εθνικούς κι ας έρθουμε στο παράδειγμα των τριών χιλιάδων· ας γίνουμε ζηλωτές της οργάνωσης των πρώτων χριστιανών, όπου όλα σ’αυτούς ήταν κοινά(Πραξ. 2, 44): η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, το κοινό τραπέζι, η αδιαίτερη αδελφοσύνη, η ανυπόκριτη αγάπη, που ένωνε τα πολλά σώματα σε ένα και συνάρμοζε τις διάφορες ψυχές σε μια ομόνοια».
Αυτή η κοινωνία υποστηρίζεται με μεγάλη έμφαση και από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, όπου σχολιάζει τα κεφάλαια των «Πράξεων των Αποστόλων»που αναφέρονται στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων:
«…Ήταν τόση η προθυμία με την οποία έδιναν (όσοι είχαν περιουσίες), ώστε δεν υπήρχε ούτε ένας φτωχός (στην πρώτη χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων). (…)Την ανωμαλία της άνισης κατανομής των αγαθών την είχαν εξαφανίσει από ανάμεσά τους και ζούσαν με μεγάλη αφθονία αγαθών. (…)ώστε η κατανάλωση να γίνεται από αγαθά που ανήκαν πια σ’ ολόκληρη την κοινότητα και όχι από δικά τους. Αυτός ο τρόπος, εκτός των άλλων, τους βοηθούσε και στο να μην υπερηφανεύονται. Αν και σήμερα γινόταν το ίδιο, θα ζούσαμε πιο ευτυχισμένοι και οι πλούσιοι και οι φτωχοί. (…)
(…) Πόσες δεκάδες χιλιάδες λίτρες χρυσάφι συγκεντρώθηκε, πόσος δε είναι ο αριθμός των φτωχών; Δε νομίζω περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες. Για να τρέφονται λοιπόν αυτοί καθημερινά, πόση αφθονία μέσων θα υπήρχε! Αν μάλιστα η διατροφή ήταν κοινή και λειτουργούσαν συσσίτια, δεν θα χρειάζονταν και πολλά έξοδα. Τι όμως, θα μου πείτε, θα κάναμε, όταν θα ξοδεύονταν τα χρήματα; Όμως νομίζετε πως θα ήταν ποτέ δυνατό να ξοδευτούν; Δεν θα μας χορηγούσε ο Θεός τη χάρη του, ικανή ν’ αναπληρώσει ποσόν άπειρες φορές μεγαλύτερο απ’ αυτό; Δεν θα ξεχυνόταν δηλ. πλουσιοπάροχα πάνω σε μια τέτοια κοινωνία η χάρη του Θεού; Τι θα προέκυπτε λοιπόν; Δεν θα ‘χαμε μετατρέψει τη γη σε ουρανό;
(…)Έτσι ζουν σήμερα στα μοναστήρια, όπως παλιότερα οι πιστοί. Ποιος λοιπόν πέθανε από την πείνα; Ποιος δεν τράφηκε με αφθονία πολλή; Κι όμως, σήμερα, οι άνθρωποι φοβούνται αυτή τη ζωή περισσότερο, παρά το να πέσουν σε πέλαγος άγνωστο και απέραντο. Αν όμως την είχαμε δοκιμάσει, σίγουρα θα τολμούσαμε να την εφαρμόσουμε. Πόση χάρη κι από την πλευρά του Θεού θα μας συνόδευε!(…)Και ποιος θα παρέμενε τότε ειδωλολάτρης; Εγώ, τουλάχιστο, νομίζω κανένας κι έτσι όλους θα τους αποσπούσαμε από την ειδωλολατρία και θα τους προσελκύαμε με το μέρος μας.
Όμως αν προχωρούμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση προοδευτικά, πιστεύω πως με τη χάρη του Θεού κι αυτό που τώρα μας φαίνεται ακατόρθωτο, θα γίνει. Μόνο πιστέψτε στα λόγια μου και θα πραγματοποιήσουμε σταδιακά το κατόρθωμα αυτό. Κι αν ο Θεός μού δώσει ζωή, πιστεύω ότι σύντομα θα σας οδηγήσω σ’ έναν τέτοιον τρόπο συμβίωσης.
(11η ομιλία «Εις τας Πράξεις», αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Ε.Π.Μ. 60, 96-98))

Σε άλλη ομιλία του (10ηεις την Α΄προς Κορινθίους), επιθέτειστα προηγούμενα και τα εξής:

«Επειδή δηλαδή τα χρησιμοποιείς εγωιστικά και ισχυρίζεσαι ότι τα υπάρχοντά μου είναι δίκαιο να διατεθούν για τη δική μου αποκλειστικά απόλαυση, για τούτο τα αποκαλώ ξένα. Κοινά δηλ. είναι, δικά σου και του συνανθρώπου σου, όπως ακριβώς είναι και ο ήλιος και ο αέρας και η γη και όλα τ’άλλα φυσικά αγαθά».
Τα αγαθά λοιπόν είναι κοινά ούτως ή άλλως, και το ιδεώδες κοινωνικό/οικονομικό πρότυπο καθιστάαυτή την αλήθεια και κοινωνική πραγματικότητα.

  1. Ο Χριστιανός πολιτικός άρχοντας και τα γνωρίσματά του

    Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει στον πολιτικό άρχοντα της εποχής Γέμελλο:

«Ο χριστιανός άρχοντας δεν φαίνεται απ’την φορεσιά του ή απ’τους υπασπιστές και τους κλητήρες, που τον συνοδεύουν. Φαίνεται απ’το ότι φέρνει κοντά του «τους κοπιώντας και πεφορτισμένους», απ’τη διόρθωση των κακώς εχόντων, απ’την τιμωρία της αδικίας. Κι’ ακόμη δεν επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί η δύναμη της εξουσίας, για να διαστραφεί το δίκαιο.

Πρόσεξα, λοιπόν, αγαπητέ μου Γέμελλε, την παρρησία σου, το εξαίρετο ήθος σου, τη δύνατή σου σκέψη, την ανώτερότητά σου στα χρήματα, το μίσος σου για την πονηριά, την ήρεμη συμπεριφορά σου. Αυτή ακριβώς που ταιριάζει στον άρχοντα.

Κι ακόμη φάνηκε καθαρά, αγαπητέ μου Γέμελλε, ότι έγινες το λιμάνι για τους ναυαγούς, το μπαστούνι στο τσακισμένο πόδι, ο πύργος που προστατεύει τους αδικημένους απ’ τους κοινωνικά δυνατούς.

(…)αισθάνεσαι και συ τη δικιά μας πνευματική ευχαρίστηση, που έγινες δηλαδή σύμμαχος στους αδικημένους.»

Αυτο πρότυπο που σκιαγραφεί ο άγιος Ιωάννης απέχει πάρα πολύ από τα στερεότυπα που κατά καιρούς προβάλλονται ως χριστιανικά ή και ορθόδοξα. Ο άγιος Ιωάννης βλέπει τον χριστιανό πολιτικό άρχοντα κυρίως ως έκδικο, δηλαδή ως αυτόν που διεκδικεί το δίκαιο, των αδικουμένων, τους οποίους προστατεύει ως πύργος, όπως λέει, από τους κοινωνικά δυνατούς. Εδώ μπορεί κανείς να θυμηθεί αυτό που είπε και η μεγάλη μορφή της Α’ Οικουμενικής Συνόδου άγ.Παφνούτιος ο Μέγας: «Ποτέ δεν συγχώρεσα να καταπιέζεται φτωχός από πλούσιο».(“Η κατ’ Αίγυπτον μοναχών ιστορία”, Κεφ. ΙΔ’, “Περί Παφνουτίου”, παρ. 10-15)

  1. Καταδίκη της αδικίας, της πλειονεξίας και της εκμετάλλευσης(αρπαγής)

Όπως είναι γνωστό, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε κάποτε γράψει το εξής:
«
Η αποστέρηση του εργατικού μισθού είναι στην πραγματικότητα βαρύτερη από φόνο»
(Ιωάννης Χρυσόστομος, «Εις την Προς Εβραίους» 25η ομιλία, γ’, Ελληνική Πατρολογία)
Επειδή όμως ο ίδιος πολύ συχνά αξιοποιούσε στους λόγους του την «ρητορική υπερβολή», μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι ενδέχεται και εδώ να εκφράζεται με υπερβολή. Όμως και στους Κανόνες που έχουν θεσπιστεί από Οικουμενικές Συνόδους, η αποστέρηση μισθού επιτιμάται ως να είναι φόνος, δηλαδή με τα ίδια εκκλησιαστικά επιτίμια. Αυτή η άποψη φαίνεται ότι υπάρχει από την Παλαιά Διαθήκη, όπου αναφέρεται στην «Σοφία Σεϊράχ»: «Ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου», (Σοφία Σειρὰχ 34:22), ενώ και ο κανονολόγος Νικόδημος Αγιορείτης σχολιάζει πάνω σε αυτόν τον εκκλησιαστικό κανόνα ότι «Όσα αποκτήθηκαν άδικα, από κλεψιά, αρπαγή, πλεονεξία, δεν τα συγχωρεί αυτομάτως η μετάνοια (ακόμη κι αν ο φταίχτης μετανιωμένος γίνει μοναχός) αλλά απαιτείται η επιστροφή στους αδικηθέντες».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ασχολείται συχνότατα, τακτικά και εκτάκτως, με θέματα κοινωνικής αδικίας στις ομιλίες του, για αυτό και οσπουδαίος ιστορικός J.B. Bury έχει γράψει τα εξής:
«Για τον Χρυσόστομο, η αντίθεση μεταξύ της ζωής των ανώτερων τάξεων και της δυστυχίας του απλού λαού ήταν ένα θέαμα τόσο επώδυνο που ήταν σχεδόν σοσιαλιστής[…] Οι παθιασμένες αποκηρύξεις των πλουσίων εκ μέρους του έχουν σχεδόν την ίδια αξία και σπουδαιότητα όσο οι αποκηρύξεις των σύγχρονων Ευρωπαίων πλουτοκρατών από τους σοσιαλιστές».
Μια επίσης πολύ ενδιαφέρουσα γνώμη είχε και ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος στο έργο του «Περί ελεημοσύνης»(κατά τον Συμεώνα) γράφει τα εξής:

«Ο καθένας λοιπόν από τους πλουσίους ας εξετάζει τα δικά του χρήματα, από τα οποία θα πρέπει να προσφέρει δώρα στο Θεό, να μην είναι προϊόν καταδυναστεύσεως του πτωχού, εκβιασμού του ασθενεστέρου, του υφισταμένου του, χρησιμοποιώντας τη δύναμή του αντί της δικαιοσύνης. Διότι προστάζουμε να φυλάττετε την ισότητα και τη δικαιοσύνη κι απέναντι στους δούλους (εργάτες). (…)Αν παίρνεις από τους φτωχούς, για να τα δώσεις στους πτωχούς, καλύτερα ούτε να δίνεις ούτε να παίρνεις. Διότι δε γίνεται δεκτή από το Θεό η ευεργεσία, που προσφέρεται με άδικα κέρδη, ούτε αυτός που απέχει από τις αδικίες επαινείται, αν δεν δίνει από τα δικά του χρήματα. Διότι σχετικά με αυτούς που αδικούν  κι επιχειρούν να προσφέρουν δώρα στο Θεό έχει γραφεί: «Η θυσία των ασεβών είναι αηδία για τον Κύριο»(Παροιμίες, κα’, 13)° σχετικά με αυτούς, που δε βοηθούν° «ο κλείνων τ’ αυτιά του, για να μην ακούσει το φτωχό, δε θα εισακουσθεί από τον Κύριο, όταν του φωνάζει (Παροιμίες. γ’, 9)».

Και καταλήγει:«Εκείνον να ελεήσεις, που αδικείς° τη φιλανθρωπία σ’ αυτόν να δείξεις° σ’αυτόν να πληρώσεις και να χαρίσεις αγάπη μαζί με δικαιοσύνη. Διότι δεν θα δεχθεί κοντά Του ο Κύριος τους πλεονέκτες, τους άρπαγες και τους ληστές(…)Ελεημοσύνη από άδικα κέρδη δεν γίνεται, ούτε ευλογία από την κατάρα, ούτε ευεργεσίες από τα δάκρυα. Όλ’ αυτά είναι ματαιοδοξίες, για να κερδίσουν τον έπαινο των ανθρώπων κι όχι του Θεού».

  1. Πλούτος και αδικία

Σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα ποιος πλούτος είναι αποτέλεσμα αδικίας και «αρπαγής» και ποιος έχει ενάρετο τρόπο κτήσης. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμπληρώνοντας την ομιλία του Μεγάλου Βασιλείου «Προς πλουτούντας», απαντάει στο ερώτημα πώς θα αποκαλέσουμε κάποιον πλούσιο απαραιτήτως πλεονέκτη. Λέει χαρακτηριστικά:
«Και πώς είναι δυνατό να συμβεί αυτό; Ερωτώ, γιατί είναι ολέθριο το πάθος της πλουτομανίας και δεν είναι, δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να πλουτεί κανείς χωρίς ν’αδικεί. Τούτο και ο Χριστός το επιβεβαίωσε λέγοντας «Ποιήσατε υμίν φίλους εκ του μαμωνά της αδικίας». Τι λοιπόν, θ’ αντείπει κανείς, μ’ άδικα μέσα θα έχει πλουτίσει αν κληρονομήσει τον πλούτο από τον πατέρα του; Τα προϊόντα της αδικίας κληρονόμησε. Γιατί δεν ήταν βέβαια πλούσιος από την εποχή του Αδάμ ο πρόγονός του, αλλά φυσικό είναι να υποθέσουμε ότι πολλοί υπήρξαν πριν απ’ αυτόν, κάποιος δε από τους πολλούς άρπαξε τα αγαθά τα αγαθά των άλλων και τα καρπώθηκε…»
Εδώ ακριβώς, και παρά το ότι δεν καταδικάζεται ο πλούσιος βασικά αλλά ο «άρπαξ», δηλ. ο άρπαγας πλούσιος, συνδυάζεται και ο λόγος του Μεγάλου Βασιλείου που επισημαίνει κάπου και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «ο πλούσιος είναι ή άδικος ή αδίκου υιός».

Εύχομαι λοιπόν να εννοήσουμε κάτι από το μεγαλείο των εκκλησιαστικών αυτών ανδρών, την ριζοτομία της κακίας και ανθρώπινου πόνου που ήταν αποτέλεσμά της την οποία και πρέσβευαν. Να διδαχθούμε δηλαδή όλοι μας από αυτά, άνθρωποι της Εκκλησίας, αλλά και μη, που συχνά έχουν μεγαλύτερη αξιοσύνη και πνευματικές προϋποθέσεις από τους συμβατικά «θρησκευόμενους» ανθρώπους.

 

Ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης Μαυρόπους  (990/1000-1070) θεωρείται ως αυτός στον οποίο οφείλεται η καθιέρωση της γιορτής των Τριών Ιεραρχών κατά τον 11ο αιώνα. Επρόκειτο για ένα Χριστιανό ελληνικής καταγωγής και ποιητή, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε συνθέσει το ακόλουθο επίγραμμα, όπου προσεύχεται για τη σωτηρία του Πλάτωνα και του Πλούταρχου στη Βασιλεία των Ουρανών, διότι παρά τα σφάλματά τους ο Χριστός «τους σώζει όλους δωρεάν, λόγω της καλοσύνης του»:
“Εἴπερ τινὰς βούλοιο τῶν ἀλλοτρίων
τῆς σῆς ἀπειλῆς ἐξελέσθαι, Χριστέ μου,
Πλάτωνα καὶ Πλούταρχον ἐξέλοιό μοι·
ἄμφω γὰρ εἰσὶ καὶ λόγον καὶ τὸν τρόπον
τοῖς σοῖς νόμοις ἔγγιστα προσπεφυκότες.
εἰ δ’ ἠγνόησαν ὡς Θεὸς σὺ τῶν ὅλων,
ἐνταῦθα τῆς σῆς χρηστότητος δεῖ μόνον,
δι’ ἣν ἅπαντας δωρεὰν σῲζειν θέλεις”
.

 

Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι 3 Ιεράρχες είναι τρεις από τους περισσότερο γραμματισμένους Αγίους της Εκκλησίας μας. Σε σχετική έριδα που είχε υπάρξει στην περιοχή του, ο Μέγας Βασίλειος είχε διερωτηθεί δημόσια εάν υπήρχε κάποιος που γνώριζε την αρχαιοελληνική γραμματεία καλύτερα από τον ίδιο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο λόγο του προς τον Μ. Βασίλειο, συνεχίζοντας μια γνώμη που υπάρχει από την Παλαιά Διαθήκη, διατρανώνει την αξία της παιδείας αναμεταξύ των αγαθών που υπάρχουν στον κόσμο, χριστιανικής αλλά και μη-χριστιανικής (εξωτερικής, θύραθεν), γράφοντας: «Νομίζω ότι έχουν ομολογήσει όλοι όσοι έχουν νου ότι η παιδεία είναι το πρώτο αγαθό που υπάρχει. Και όχι μόνο η ευγενέστερη και δική μας αλλά και η εξωτερική…».

Επίσης, οι Τρεις Ιεράρχες βρίσκονται στις ψηλότερες κορυφές της χριστιανικής πνευματικότητας όλων των αιώνων, με όλες τις αρετές που τη συνοδεύουν. Ο Πατρολόγος Στυλιανός Παπαδόπουλος έγραφε για τον Μ. Βασίλειο σε μυθιστορηματική βιογραφία χαρακτηριστικά ότι όταν τον έβλεπε κανείς στο δρόμο, έμοιαζε συνήθως σκεπτικός, ωστόσο όταν επικοινωνούσε κανείς μαζί του, αποκόμιζε την εντύπωση ότι «ζει μόνο για αυτόν». Τέτοια εν Χριστώ αγάπη είχε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για τον οποίο ο ιστορικός J. B. Bury είχε γράψει πως ήταν «σχεδόν σοσιαλιστής», λόγω της μεγάλης αγάπης που είχε και της συνακόλουθης οδύνης για τον ενδεή συνάνθρωπο:

«για τον Χρυσόστομο, η αντίθεση μεταξύ της ζωής των ανώτερων τάξεων και της δυστυχίας του απλού λαού ήταν ένα θέαμα τόσο επώδυνο που ήταν σχεδόν σοσιαλιστής(..). Οι παθιασμένες αποκηρύξεις των πλουσίων εκ μέρους του έχουν σχεδόν την ίδια αξία και σπουδαιότητα όσο οι αποκηρύξεις των σύγχρονων Ευρωπαίων πλουτοκρατών από τους σοσιαλιστές».

Παράλληλα, ο μεγάλος Ορθόδοξος φιλόσοφος και συγγραφέας Νικολάι Μπερντιάγεφ σε ωριμότατη ηλικία, το 1939, είχε γράψει πως «ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν ένας αυθεντικός Κομμουνιστής στην εποχή του, ο εκπρόσωπος του προλεταριάτου της Κωνσταντινούπολης». Πράγματι, οι Τρεις Ιεράρχες δε μιλούσαν μόνο εν κενώ για μια ατομική ηθική, αλλά προέβαιναν σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, δηλαδή σε προτάσεις κοινωνικής διαρρύθμισης και ολοκληρωμένης κοινωνία-πρότυπο. Ο Χρυσόστομος θεωρεί πως η επίτευξη της οργάνωσης κοινοκτημοσύνης αναμεταξύ (αρχικά) των Χριστιανών θα ενέπνεε και τους υπόλοιπους να γίνουν Χριστιανοί και θα καθιστούσε τη γη ουρανό. Ο Μέγας Βασίλειος προτείνει να αποκτήσουμε ζήλο για την οργάνωση των πρώτων Χριστιανών, όπου όλα ήταν κοινά και επίσης υπήρχε και κοινωνία των ψυχών μέσω της πίστης. Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί πως το κύριο γνώρισμα που ακολουθεί τον πολιτικό άρχοντα σαν τη σκιά του είναι η βοήθεια προς τους δυστυχισμένους και επίσης ότι η βέλτιστη διανομή των αγαθών γίνεται με βάση την αρχή «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος θα προτείνει φοροαπαλλαγή των φτωχών. Ο Χρυσόστομος και πάλι θα θεωρήσει τον Χριστιανό πολιτικό άρχοντας ως αυτόν που φέρνει κοντά του τους “κοπιώντες και πεφορτισμένους” της κοινωνίας και ως τον “σύμμαχο των αδικημένων”, που στέκεται σαν πύργος που τους προστατεύει από τους κοινωνικά δυνατούς.

Όλες οι παραπάνω ωστόσο θέσεις σήμερα, είτε είναι άγνωστες είτε τουλάχιστον είναι σα να μην υπάρχουν, διότι δεν επηρεάζουν τα στερεότυπα με τα οποία συνήθως προσεγγίζουμε τους 3 Ιεράρχες. Όλα τα παραπάνω όμως μας εμπνέουν ως Κίνημα Χριστιανικής Δημοκρατίας και προσδιορίζουν τον πολιτικό μας λόγο και την κοινωνία για την οποία αγωνιζόμαστε, καθώς και την αντίστοιχη παιδεία και εκπαίδευση. Η σημερινή κοινωνία στην καλύτερη περίπτωση παρέχει μια εκπαίδευση που μπορεί να βοηθήσει τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις να ανελιχθούν οικονομικά. Ωστόσο, μια τέτοια εκπαίδευση δεν αρμόζει σε ανθρώπους, αλλά σε άλογα ζώα, που εκπαιδεύονται κατάλληλα, ώστε να επιτελέσουν αυτό που θέλει ο εκπαιδευτής τους. Για μας, η εκπαίδευση πρέπει να απαλλαγεί από τον τεχνοκρατισμό της και να πάρει τη θέση του «πρώτιστου αγαθού», με όλο το εύρος και βάθος και τις αντίστοιχες προτεραιότητες.