Η πλήρης κατάργηση των περιοριστικών μέτρων κατά του κορωνοϊού στην Κίνα επέτρεψε, πρώτη φορά μετά τρία χρόνια, στους κατοίκους της να γιορτάσουν την κινεζική πρωτοχρονιά του σεληνιακού έτους και να μετακινηθούν ελεύθερα. Από τις 7 Δεκεμβρίου σημειώθηκε απότομη στροφή του κινεζικού καθεστώτος, με την πλήρη κατάργηση των μέτρων που ίσχυαν εδώ και τρία χρόνια. Μέλη οικογενειών δεν είχαν ξανασυναντηθεί όλη αυτή την τριετία. Η πόλη Ου Χαν, επίκεντρο εκδήλωσης του ιού, με τα 13 εκατομμύρια των κατοίκων της, πέρασε τη χειρότερη μορφή καταστολής. Ο ανταποκριτής της γαλλικής τηλεόρασης Αρνώ Μιγκέ, παρά το γεγονός ότι είχε περιθώριο ως αλλοδαπός να επαναπατρισθεί, προτίμησε να παραμείνει στην Ου Χάν και να ζήσει σαν έγκλειστος 133 μέρες, μεταδίδοντας τις εμπειρίες του στο τηλεοπτικό κοινό και σε βιβλίο. Η αντίστοιχη κινεζική πρωτοχρονιά του 2020, ήταν η απαρχή των περιορισμών που ισοδυναμούσαν με σκληρή υγειονομική δικτατορία. Ο δημοσιογράφος κατέθεσε τις εντυπώσεις του σε συνέντευξη στο περιοδικό “Μαριάν”, όπου μεταξύ άλλων τονίζει:     

Details

Οργή προκάλεσε στην Κίνα η ολιγόωρη επίσκεψη της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν. Η κα Πελόζι, προφανώς εκφράζοντας ακόμα πιο φιλοπόλεμους και σκληρούς κύκλους του Δημοκρατικού Κόμματος από τους κυβερνώντες, πέρασε από την Ταϊβάν στα πλαίσια περιοδείας της, παρά τις αντιρρήσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Η Ταϊβάν, νησί στα ανοιχτά της ηπειρωτικής Κίνας, ήταν υπό ιαπωνική κατοχή από το 1895 έως το 1945. Αποτέλεσε το καταφύγιο του ηττημένου στρατού και της εθνικιστικής κυβέρνησης της Κίνας, μετά τη νίκη του Λαϊκού Στρατού υπό τον Μάο Τσε Τουνγκ στον εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1949.

Η κυβέρνηση της Ταϊβάν, η οποία έως και σήμερα αποκαλείται “Δημοκρατία της Κίνας”,   αναγνωριζόταν ως η νόμιμη κινεζική κυβέρνηση από τον ΟΗΕ. Όμως, με τον τρόπο αυτό, αναγνωριζόταν μια οντότητα με πληθυσμό 20 εκατομμυρίων, ενώ 700 εκατομμύρια που αριθμούσε τότε η ηπειρωτική Κίνα έμεναν ακάλυπτα. Σταδιακά, τη δεκαετία του 1970, όλο και περισσότερες χώρες αναγνώρισαν την κυβέρνηση του Πεκίνου, η οποία το 1971 αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ ως εκπρόσωπος της Κίνας, και κάτοχος της έδρας του μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. To 1972, με την επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον στη Λαϊκή Κίνα, άρχισε η διαδικασία για αναγνώριση της κυβέρνησης του Πεκίνου από τις ΗΠΑ. Σήμερα, μόλις 14 κυβερνήσεις αναγνωρίζουν επίσημα την κυβέρνηση της Ταϊβάν, ενώ οι περισσότερες διατηρούν ανεπίσημες σχέσεις. Επίσημα, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αναγνωρίζουν ότι η Ταϊβάν αποτελεί επαρχία της Κίνας και τάσσονται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος. Η κυβέρνηση του Πεκίνου διακόπτει διπλωματικές σχέσεις με όποια χώρα αναγνωρίζει την Ταϊβάν. Επιδιώκει την επανένταξη της Ταϊβάν με εφαρμογή του συστήματος “Μια χώρα δύο συστήματα”, όπως έγινε και με το Χονγκ Κονγκ.       Details

Η Κίνα επικυριαρχεί όλο και περισσότερο στη διακίνηση εμπορευμάτων και αναδεικνύεται ως ο μεγάλος κερδισμένος της παγκοσμιοποίησης. Μπορεί το Κομμουνιστικό Κόμμα να εξακολουθεί να κυβερνά, αλλά η απαξίωση της εργασίας και η υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων είναι το κύριο μέσο πλουτισμού της άρχουσας τάξης και ανάδειξης μιας εύπορης μεσαίας τάξης που επίσης επωφελείται. Χάρη στα μηδαμινά μεροκάματα, η Κίνα συγκεντρώνει την παραγωγή προϊόντων απ’ όλο τον κόσμο. Τούτο αντανακλάται στην κίνηση των λιμανιών της, που αυξήθηκε κατακόρυφα ανάμεσα στο 2005 και στο 2021.    

Στην 1η στήλη από αριστερά φαίνεται η κίνηση των εξαγωγών στα δέκα πρώτα σε μέγεθος εξαγωγών λιμάνια του κόσμου το 2005 και στη 2η η κατάσταση το 2021. Η μονάδα μέτρησης είναι το EVP (συνηθισμένο κοντέινερ 20 ποδών-έξι περίπου μέτρων) σε εκατομμύρια το χρόνο. Τα ασιατικά λιμανία έχουν εκτοπίσει τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά, με αποτέλεσμα μόνο το ολλανδικό Ρότερνταμ να διατηρείται στην 10η θέση το 2021, αντί της 7ης που διατηρούσε το 2005 με πολύ λιγότερες εξαγωγές. Τα στοιχεία προέρχονται από τη διεύθυνση Ναυτιλίας του Χονγκ Κονγκ.

Το 2005, η Κίνα διέθετε, εκτός από το αυτόνομο Χονγκ Κονγκ στη 2η θέση, τα λιμάνια της Σαγκάης (ΦΩΤΟ) και του Σεντζέν στην 3η και 4η αντίστοιχα. Το 2021, η Σαγκάη ήταν στην 1η θέση με αποστολή 47 εκατομμυρίων κοντέινερ, έναντι 18,1 του 2005. Στην 3η θέση αναδεικνύεται το Νινγκμπό- Ζουσάν με 31,1 εκατομμύρια κοντέινερ, στην 4η το Σεντζέν με 28,8 έναντι 16,2 εκατομμυρίων το 2005, στην 5η η Καντόν με 24,5, στην 6η το Κινγκντάο με 23,7, στην 8η το Τιανζίν με 20,3 εκατομμύρια και το Χονγκ Κονγκ μόλις στην 9η με 17,8 εκατομμύρια. Παράλληλα, οι εξαγωγές των δέκα πρώτων λιμανιών συνολικά, αυξήθηκαν από 133,9 εκατομμύρια στα 268,7 εκατομμύρια  κοντέινερς.

Η Κίνα καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης. Εξάγει όλο και μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων, όλο και από περισσότερα μεγάλα λιμάνια, που βάζουν το Χονγκ Κονγκ στο περιθώριο. Το ότι η Κίνα εξάγει, σημαίνει και ότι παράγει και διαθέτει όλο και περισσότερα προϊόντα. Να σημειωθεί ότι η Σαγκάη πλήττεται από τη σκληρή καραντίνα για την αντιμετώπιση του κορωναϊού, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη προσωπικού στις λιμενικές εγκαταστάσεις και να σημειώνονται τεράστιες καθυστερήσεις στις αποστολές. Με δεδομένο ότι η Δύση είναι ο κυριότερος αποδέκτης των προϊόντων, πλήττεται σημαντικά από την καθυστέρηση. Μέχρι το σημείο να προβάλλεται η “συνωμοσιολογική” εκδοχή ότι το “λοκ ντάουν” της Σαγκάης είναι προσχηματικό και επιβάλλεται για να πλήξει τη Δύση, αλλά και να προειδοποιήσει ότι λόγω του μεγέθους της και η ίδια δεν μπορεί να πληγεί με κυρώσεις. Το φθηνό -με συνθήκες εργασίας που ενίοτε θυμίζουν δουλεία- εργατικό δυναμικό, είναι κίνητρο για επιχειρήσεις απ’ όλο τον κόσμο να παράγουν εκεί τα προϊόντα τους, τα οποία και έρχονται στη χώρα του επιχειρηματία- εμπόρου για να πουληθούν φτηνά. Πολύ φτηνότερα από αν κατασκευάζονταν επί τόπου. Ταυτόχρονα επωφελείται και το εφοπλιστικό κεφάλαιο με τη ραγδαία αύξηση των θαλάσσιων μεταφορών, οι οποίες συμβάλλουν αποφασιστικά στην ατμοσφαιρική ρύπανση του πλανήτη.

Το Χονγκ Κονγκ είναι πλέον 9ο το 2021 αντί για 2ο το 2005 με μειωμένες μάλιστα εξαγωγές, από 22,6 σε 17,8 εκατομμύρια κοντέινερς.

Την κινεζική κυριαρχία διασπούν:

Η πόλη-κράτος Σιγκαπούρη, που από 1η το 2005 κρατιέται στη 2η θέση το 2021, έχοντας περάσει από τα 23,2 στα 37,5 εκατομμύρια εξαγόμενα κοντέινερς αντίστοιχα.

Η νοτιοκορεατική Μπουσάν, που μπορεί να “έπεσε” από την 5η στην 7η θέση, αλλά ταυτόχρονα διπλασίασε σχδόν τις εξαγωγές τις, από τα 11,8 στα 22,7 εκατομμύρια κοντέινερς ετησίως.

Το αμερικανικό Λος Άντζελες και το γερμανικό Αμβούργο, που είχαν τη 10η και 8η θέση αντίστοιχα στην πρώτη δεκάδα του 2005, είναι εκτός πρώτης δεκάδας εξαγωγικών λιμανιών το 2021. Όπως και το Ντουμπάι, που το 2005 ήταν 9ο.

Η Σαγκάη, πόλη 25.000.000 κατοίκων, είναι η “οικονομική πρωτεύουσα” της Κίνας, με βιοτικό επίπεδο υψηλό που ανταγωνίζεται εκείνο του Χονγκ Κονγκ. Ήδη τις τελευταίες μέρες, το εμφανιζόμενο ως υπόδειγμα του κινεζικού “οικονομικού θαύματος”, βιώνει στη χειρότερη μορφή του, τον αυταρχισμό του κινεζικού καθεστώτος. Η ύπαρξη κρουσμάτων κορωναϊού έχει οδηγήσει στην επιβολή σκληρού “λοκ ντάουν”. Ο εγκλεισμός περιλαμβάνει και ασυμπτωματικούς πολίτες στους οποίους επιβάλλεται να περάσουν το χρόνο καραντίνας σε αυστηρή απομόνωση, μακριά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους. Οι ακρότητες της καταστολής έχουν διαρρεύσει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά την αυστηρή λογοκρισία. Πολίτες απομονώνονται και ακινητοποιούνται, ακόμα και με δαγκάνες και ρομπότ, ενώ αποχωρίζονται βίαια ακόμα και οικογένειες με παιδιά.    

Οι αρχές της πόλης έχουν αρχίσει να μετατρέπουν σχολεία, νεόκτιστα κτίρια κατοικιών, όπως και εκθεσιακά κέντρα σε κέντρα καραντίνας και την προηγούμενη εβδομάδα ανακοίνωσαν ότι έχουν δημιουργήσει περισσότερες από 160.000 κλίνες σε περισσότερα από 100 νοσοκομεία εκστρατείας. Οι κάτοικοι των κέντρων καραντίνας αναγκάζονται να μετακομίσουν.

Η καραντίνα στη Σαγκάη επιτείνει την παγκόσμια οικονομική κρίση ακόμα περισσότερο, αφού η Κίνα και ιδίως η οικονομική της πρωτεύουσα, είναι βασικός κρίκος για τη λειτουργία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

ΠΗΓΗ: ΕΡΤ 

του Μιχάλη Κουτούζη*

Στη συνέντευξή του σε απανωτά φύλλα της “Χ”, ο πολιτικός αναλυτής Μιχάλης Κουτούζης αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και σε μία άκρως διεισδυτική ανάλυση της αναβάθμισης της επιρροής της Κίνας. Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ιστορική και γεωπολιτική του διάσταση. Θυμίζουμε την συγκεκριμένη ανάλυση, η οποία είναι άκρως επίκαιρη λόγω των τελευταίων εξελίξεων. Σε τελευταία ανάλυση, η κυριαρχία της Δύσης στον κόσμο ήταν μία παρένθεση δύο αιώνων, συγκρινόμενη με την Κίνα, που υπάρχει συνεχώς ως πανίσχυρη και ενιαία κρατική οντότητα από το 221 π.Χ., ενώ η εμφάνιση του κινεζικού έθνους με άκρως ανεπτυγμένο πολιτισμό χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η μακραίωνη “τεχνογνωσία” της Κίνας ως αυτοκρατορικής δύναμης της παρέχει τη δυνατότητα να επεκτείνει και σήμερα την επιρροή της με τρόπους πολύ πιο εκλεπτυσμένους και αποτελεσματικούς σε σχέση με τον βίαιο ιμπεριαλισμό της Δύσης:     Details

Ο 50χρονος Κινέζος πολιτικός επιστήμονας Βου Κιανγκ, απολυμένος από το Πανεπιστήμιο Τσινγκχούα όπου δίδασκε, είναι από τους τελευταίους που έχουν την τόλμη να επικρίνουν την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα “Λιμπερασιόν”, με αφορμή τα 100 χρόνια της ίδρυσης του ΚΚΚ από τον Μάο Τσε Τουνγκ, τονίζει χαρακτηριστικά: “Mε τον εορτασμό αυτής της επετείου, η ηγεσία θέλει επίσης να αποκρύψει τη μετάλλαξη του ΚΚΚ από κόμμα της άκρας Αριστεράς, που γεννήθηκε από μία επανάσταση, σε εθνικιστικό κόμμα της άκρας Δεξιάς. Εγκατέλειψαν την εργατική τάξη και την ελευθερία που ζητά ο μαρξισμός και αρνήθηκαν την ισότητα και τη δικαιοσύνη που προβάλλει ο σοσιαλισμός.Το ΚΚΚ έχει γίνει από επαναστατικό κόμμα κόμμα αντεπαναστατικό, με τη διαγραφή κάθε μορφής επανάστασης και κοινωνικής αλλαγής. Θεωρεί εχθρό του κάθε πρόσωπο ή οργάνωση, είτε μέσα είτε έξω από το κόμμα, ύποπτο για πρόκληση, επιτάχυνση, ή καθιέρωση αλλαγών.”   Details

Είναι γεγονός ότι η Κίνα δεν έχει τις καλύτερες σχέσεις με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και το γεγονός αυτό το αξιοποιεί η οικονομική ολιγαρχία που επικυριαρχεί στη Δύση. Η Κίνα, με το πολυπληθές και φθηνό εργατικό δυναμικό, που “αποδίδει” σε ρυθμούς δουλοκτητικής εργασίας και δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί, ελέω της δικτατορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχει υπάρξει το σημαντικότερο “αγκωνάρι” της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Όμως, ήδη έχει καταστεί η 2η οικονομία του πλανήτη και προβλέπεται σύντομα να ξεπεράσει τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες ανησυχούν και επιχειρούν να ανακόψουν αυτή την πορεία. Η προχτεσινή σύνοδος υπουργών των εξωτερικών των επτά πλουσιότερων χωρών (ομάδα G7) που έγινε στο Λονδίνο, με πίεση των ΗΠΑ, ξέφυγε από τα οικονομικά θέματα που είναι το σύνηθες αντικείμενό της και εξέδωσε πολιτική απόφαση, κατά της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα και στη Ρωσία.  Details

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση της συζήτησης του Κώστα Μπλάθρα και του Γιάννη Ζερβού με τον πολιτικό αναλυτή Μιχάλη Κουτούζη. Στο προηγούμενο μέρος (φύλλο 1051), ο κ. Κουτούζης είχε επισημάνει ότι «Με φανταστικό χρήμα λειτουργούν οι τράπεζες». Η συζήτηση συνεχίζεται για την Κίνα.  Details

Σύμφωνα με στοιχεία του 2018, ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Ελλάδα ανερχόταν σε 1166 ευρώ (1294,61 δολάρια ΗΠΑ).  Από κοντά ακολουθεί ο μέσος μισθός στην πόλη Σαγκάη της Κίνας που είναι 1135 δολάρια ΗΠΑ. Πιο πίσω είναι ο μηνιαίος μισθός στην πρωτεύουσα Πεκίνο (  983 $) και στην πόλη Σενζέν (938 $).

Οι ” Κινέζοι”  της Ευρώπης

Όμως, οι κινεζικοί μισθοί είναι υψηλότεροι ή όμοιοι με αυτούς των πρώην ανατολικών χωρών. Έτσι εξηγείται και μία από τις αιτίες της λεγόμενης ” διεύρυνσης” της Ε.Ε. προς ανατολάς, που είναι η εξασφάλιση φθηνού και καταρτισμένου εργατικού δυναμικού, με στόχο της αντιμετώπιση του ανταγωνισμού των Κινέζων.  Το 2016, ο μέσος μισθός στην Λιθουανία ήταν 956 $ και στην Λετονία 1005 $., στην Κροατία 887 $. Και είναι επίσης ανώτεροι από τους μισθούς της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας.

” Δύο βήματα από τα σύνορα της πλούσιας Ιταλίας , στην άλλη πλευρά της Αδριατικής, βρίσκεται μια δεξαμενή προσφοράς εργασίας η οποία θυμίζει την Κίνα. Με κόστος ακόμα μικρότερο” σχολιάζει στο περιοδικό Forbes o Kenneth Rapooza. ( Les Crises       8.août.2019 )

Η υποβάθμιση της Ελλάδας

Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο μέσος μισθός στην Ελλάδα. έχει γίνει χαμηλότερος από αυτών ορισμένων πρώην ανατολικών χωρών, όπως της Πολωνίας (1569 $) και της Πρωτεύουσας της Τσεχίας Πράγας.(1400 $). Οι μέσες αποδοχές κατά κλάδο υπολογίζονται ως ακολούθως:

 

 

 

 

 

ΦΩΤΟ:  Σαγκάη