-
ΚΥΠΡΙΑΚO: 52 ΧΡOΝΙΑ ΑΠO ΤOΝ ΑΤΤΊΛΑ
Του Ηρακλή Κανακάκη
Η Κύπρος πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις, για να έχει ευτυχή κατάληξη ο επικός αγώνας της, ο οποίος είχε απελευθερωτικό και αντιαποικιακό χαρακτήρα.
Από το κακό στο χειρότερο
Τελικά, παρέμεινε αδικαίωτος, και το Κυπριακό πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, με ευθύνη –πρωταρχική και κορυφαία– της Ελλάδας, που συνοψίζεται: στη, χωρίς όρια, διχαστική και ανταγωνιστική πρακτική των πολιτικών κομμάτων στα εθνικά θέματα∙ στην έλλειψη συνεκτικής και συνεπούς στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική, που οδηγεί σε σπασμωδική αντιμετώπιση κρίσιμων καταστάσεων∙ στην τυφλή εξάρτηση της ελλαδικής και κυπριακής άρχουσας τάξης –οικονομικής και πολιτικής– από τους Αμερικανούς και τους Άγγλους, οι οποίες συνέδραμαν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της περιόδου 1955-2017, σε βάρος των κυπριακών δικαίων.
Ο ετεροκαθορισμός και η υποτέλειά τους έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε δέχθηκαν να παζαρέψουν τον σκληρό πυρήνα της κυπριακής ανεξαρτησίας. Αναγνώρισαν την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη με παρεμβατικά δικαιώματα. Απέσυραν την ελληνική μεραρχία, υπονομεύοντας την άμυνα του νησιού. Νομιμοποίησαν βαρύτατες παραβάσεις του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίες υποβαθμίζουν την εκπροσώπηση της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας, μέλους του Ο.Η.Ε και της Ε.Ε, σε εκπροσώπηση της Ελληνοκυπριακής κοινότητας, με ίσους όρους με το Τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος.
Το δίδυμο της εθνικής αναξιοπρέπειας Σημίτη – Παπανδρέου (Γιωργάκη) αποδέχθηκε το σχέδιο Ανάν, το οποίο προέβλεπε κρατική οντότητα «φρανκεστάιν, που δεν μπορεί να σταθεί ως ισότιμο μέλος σε μια διεθνή και ευρωπαϊκή κοινότητα» (Στέλιος Περράκης, Ομότιμος Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών) ∙ «τέρας» που μόνον «παραφρονών» μπορούσε να συντάξει (Δημήτριος Τσάτσος, συνταγματολόγος).
Ευτυχώς, που στην Κυπριακή Προεδρία βρέθηκε ο ηρωικός Τάσσος Παπαδόπουλος, και στο Δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 ο κυπριακός ελληνισμός το απέρριψε με ποσοστό 75,83%.
Το 1964 ορόσημο στο κυπριακό ζήτημα
Το 1964 η Κύπρος κατέκτησε μια πολύ σημαντική νίκη, παρ’ όλα τα φρικτά σφάλματα που είχαν προηγηθεί. Από τα πολλά μνημονεύουμε δύο. Το πρώτο λάθος ήταν η εμπλοκή της Τουρκίας, ως ενδιαφερόμενου μέρους, στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου (Ελλάδα, Βρετανία, Τουρκία) της 29ης Αυγούστου 1955. Την απόφαση για συμμετοχή πήρε, λόγω βαριάς ασθένειας του Πρωθυπουργού Παπάγου, ο Υπουργός Εξωτερικών Στέφανος Στεφανόπουλος και ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος, με άμεση παρέμβαση των ανακτόρων. Το δεύτερο λάθος ήταν οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1959), με τις οποίες το νησί εισήλθε σ’ έναν φαύλο κύκλο εντάσεων, κρίσεων και ακυβερνησίας. Σύμφωνα με την εκτίμηση του κορυφαίου Βρετανού νομικού Stanley Smith, το σύνταγμα που επιβλήθηκε το 1960 στην Κύπρο, με τη συνδρομή των προθύμων της Αθήνας, ήταν «το πιο άκαμπτο, λεπτομερές και μπερδεμένο στον κόσμο, ώστε οι αιρετοί εκπρόσωποι της πλειοψηφίας να μην μπορούν να κυβερνήσουν».
Η τουρκική πλευρά, με την ενθάρρυνση της Βρετανίας και τη στήριξη των Η.Π.Α., δούλευε για μια επαναδόμηση του καθεστώτος στην Κύπρο, με εντονότερα τα στοιχεία της διχοτομήσεως επί του εδάφους. Κορύφωση αυτής της πολιτικής είχαμε τον Ιανουάριο του 1964 στην Πενταμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, όπου οι Βρετανοί και οι Τούρκοι, επικουρούμενοι από τους Αμερικανούς, επιχείρησαν να κηρύξουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως εκλιπούσα.
Η Κύπρος προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας και πέτυχε το, ιστορικής σημασίας, ψήφισμα 186 της 4ης Μαρτίου 1964, το οποίο αναγνώρισε τη διεθνή νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξάρτητα αν είχαν αποχωρήσει οι Τουρκοκύπριοι από το κράτος. Ενισχύθηκε η άμυνά της με τη συγκρότηση Εθνικής Φρουράς και με τη μυστική αποστολή στην Κύπρο μίας Ελληνικής μεραρχίας.
Δυστυχώς, το ευνοϊκό status που δημιουργήθηκε δεν κράτησε πολύ. Μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας αναπτύχθηκαν συνθήκες στρατηγικής διχοστασίας, η οποία επιδεινώθηκε με τις πολιτικές ανατροπές που συντελέστηκαν στην Ελλάδα, με αποκορύφωμα την κατάληψη της εξουσίας από τη χούντα των συνταγματαρχών, τον Απρίλιο του 1967.
Οι ολετήρες της Κύπρου
Το προδοτικό πραξικόπημα της δεύτερης στρατιωτικής χούντας κατά του Προέδρου Μακαρίου, με τον σαλεμένο και αμβλύνοα ταξίαρχο Ιωαννίδη, στις 15 Ιουλίου 1974, άνοιξε την κερκόπορτα της Κύπρου στις πολυπληθείς ορδές του Αττίλα. Ήταν η καλοδεχούμενη αφορμή για την Άγκυρα, ώστε να μπορέσει να υλοποιήσει μια προ πολλού προετοιμασθείσα εισβολή, που είχε ως στόχο την επίτευξη της διχοτόμησης, κατ’ αρχήν, και στη συνέχεια την τουρκοποίηση του νησιού.
Από τις 4:30 το πρωί τής 20ής Ιουλίου αρχίζει η αεροναυτική επιχείρηση των Τούρκων ανεμπόδιστα. Ελάχιστες Ελληνοκυπριακές δυνάμεις αντιδρούν, γιατί αλληλομάχονται μεταξύ τους ή καταδιώκουν τον Μακάριο.
Ο τουρκικός αποβατικός στόλος, ανενόχλητος, χωρίς καμία αεροναυτική αντίδραση, προσεγγίζει τις δυτικές ακτές της Κυρήνειας στην περιοχή Πεντεμίλι. Ταυτόχρονα, τουρκικά βομβαρδιστικά πλήττουν ανηλεώς στρατιωτικούς και πολιτικούς Ελληνοκυπριακούς στόχους, κάνοντας χρήση και εμπρηστικών βομβών ναπάλμ, που είναι απαγορευμένες από τις διεθνείς Συνθήκες. Αλλά Τούρκοι είναι αυτοί. Ακολουθούν μεταγωγικά αεροσκάφη, που εκτελούν ρίψεις αλεξιπτωτιστών στον Τουρκοκυπριακό θύλακα Κιονέλι – Αγύρτας στα βόρεια της Λευκωσίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής, γύρω από την Κύπρο βρίσκονταν ισχυρές αεροναυτικές δυνάμεις των Αμερικανών, οι οποίες παρακολουθούσαν τα πάντα με τα υπερσύγχρονα ηλεκτρονικά τους μέσα. Το σχέδιο διχοτόμησης έπρεπε να εφαρμοσθεί χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η Νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Η χούντα είχε δεσμευτεί να μην προβεί σε πολεμική σύρραξη και οι Αμερικανοί εγγυώνταν την κατάπαυση του πυρός με την εκπλήρωση του στόχου, που συνίστατο στην κατάληψη του βορείου τμήματος της Κύπρου, σε ποσοστό γύρω στο 20%.
Το σχέδιο αποκαλύφθηκε όταν, σε κατάσταση αποδιοργάνωσης, σύγχυσης, φόβου και πανικού, το στρατιωτικό καθεστώς διά στόματος του αρχηγού του Δημ. Ιωαννίδη και παρόντος του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγορίου Μπονάνου ούρλιαζε, απευθυνόμενος στα όργανα του Κίσινγκερ, Σίσκο και Τάσκα, «Μας εξαπατήσατε», όταν έμαθε ότι οι Τούρκοι συνέχιζαν τις επιχειρήσεις και πέραν του αρχικού στόχου.
Η Κύπρος προδόθηκε. Στην καταστροφή της συνήργησαν οι σύμμαχοί μας (ΝΑΤΟ, Η.Π.Α., Βρετανία), αλλά πρωτίστως μειοδοτικές – διχοτομικές στρατηγικές επιλογές της χούντας και των στρατιωτικών ηγεσιών Ελλάδας και Κύπρου.
Εάν το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς της Κύπρου εφάρμοζε τα σχέδια άμυνας του νησιού∙ εάν επάνδρωνε τα φυλάκια των ακτών στην Κυρήνεια και κινητοποιούνταν οι Ελληνοκυπριακές δυνάμεις οργανωμένα, χωρίς φοβικά σύνδρομα∙ εάν δεν αποσύρονταν τα υποβρύχια που έπλεαν κοντά στην Ρόδο, τα οποία ήταν ικανά να καταφέρουν συντριπτικά κτυπήματα στις αποβατικές δυνάμεις των Τούρκων στην ακτή Πεντεμίλι∙ εάν αποστέλλονταν τα ετοιμοπόλεμα σύγχρονα βομβαρδιστικά Phantom, που με ένα πέρασμα θα σάρωναν το προγεφύρωμα, η εξέλιξη της εισβολής θα ήταν τελείως διαφορετική.
Η τουρκική αποβατική επιχείρηση, και χωρίς σοβαρή αντίσταση, αποδείχτηκε αξιοθρήνητη. Δυόμισι μερόνυχτα χρειάστηκαν οι Τούρκοι για να βγάλουν στην ακτή 15.000 άνδρες και 45 τανκς.
Η διάδοχη πολιτική κατάσταση του Κων/νου Καραμανλή απεμπόλησε την ιστορική ευθύνη απέναντι στον Ελληνισμό της Κύπρου. Ακολουθώντας πιστά τον ναρκοθετημένο δρόμο της εκεχειρίας και της κατάπαυσης του πυρός, επέτρεψε στους Τούρκους μέσα από συνεχείς παραβιάσεις (200 παραβιάσεις σε 6 μέρες) να σταθεροποιηθούν και να φέρουν εις πέρας τον Αττίλα 2, ο οποίος διαμόρφωσε τη σημερινή κατοχική εικόνα.
Χριστιανική 9 Ιουλίου 2026
ΦΩΤΟ: Αιχμάλωτοι-αγνοούμενοι με δεμένα μάτια. Κύπρος

