• ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

“Τῶν ἀπηλπισμένων μόνη ἐλπὶς” ἡ Παναγία. Στὸ διήγημα αὐτὸ τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ πρωταγωνιστὴς Φραγκούλης Φραγκούλας, ἐμφανίζεται ὡς ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως (Παναγία Πρέκλα-ΦΩΤΟ τὸ 2011)  νὰ ζεῖ περὶ τὸ 1860. Θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ζοῦσε σήμερα, τὸ ἴδιο ἀπελπισμένος στὴν Ἑλλάδα τοῦ 21ου αἰώνα. Μὲ προβλήματα οἰκογενειακὰ καὶ οἰκονομικὰ νὰ τὸν ζώνουν. Σὲ διάσταση μὲ τὴ σύζυγό του, πρᾶγμα ἀσυνήθιστο γιὰ τότε καὶ πολὺ συνηθισμένο σήμερα. Καὶ χρεωμένος στοὺς τοκογλύφους, ποὺ σταδιακὰ τοῦ τρῶνε τὰ καλύτερά του κτήματα. 

Ποιοὶ ἦταν οἰ τοκογλύφοι; “Ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.” 

Επειδή, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Παπαδιαμάντη, οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα”, οἱ νεοφερμένοι ” ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα”.

Ἐνῶ οἱ γηγενεῖς ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ γεωργία, ἐκεῖνοι “Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.”

Πῶς  ἔμπλεξε ὁ Φραγκούλας;  “Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου…Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…”

Details

Στὶς 3 Ἰανουαρίου 1911 ἐκοιμήθη ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, “ἅγιος τῶν Νεοελληνικῶν Γραμμάτων”. Ἔχουν προβληθεῖ κυρίως ἡ εύλάβειά του καὶ οἱ ἀναφορές του στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Λιγότερο ἔχει ἀναδειχθεῖ ἡ κοινωνική του κριτική, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν Σαράντο Καργάκο ( Ἐκδ. Ἁρμός “Ἡ πολιτική σκέψη τοῦ Παπαδιαμάντη”, 2003), ἦταν ἡ ὀξύτερη καὶ αἰχμηρότερη σὲ σχέση μὲ ἄλλους Ἕλληνες συγγραφεῖς.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τοὺς Χαλασοχώρηδες, ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο σὲ καιροὺς παγκόσμιας ἐξαθλίωσης τῶν κοινωνιῶν μὲ τὴ μεταφορὰ πόρων στὴν Ὀλιγαρχία.

«…Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη παράγει τὴν κοινωνικὴν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς…».

“Είδομεν ότι τα χείλη ήσαν κατακόκκινα από νωπόν αίμα.

(…) το μυσαρόν, δυσώδες στόμα του, το είδα υγρόν από το αίμα το νωπόν.

Ο αγών ήρχισε και εις το τέλος θα νικήσωμεν- τόσω βέβαιον όσω ο Θεός εις τα υψηλά κατοικεί και τα ταπεινά εφορά”.

(Μπραμ Στόουκερ, “Ο πύργος του Δράκουλα”, μετάφραση Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

 

Στην πολύ καλή μελέτη «Με εντάφια κτερίσματα» (εκδ. Δόμος, 2010), ο συντάκτης της Λάμπρος Καμπερίδης παρουσιάζει σειρά επιχειρημάτων βάσει των οποίων ο «άγιος των γραμμάτων μας» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης επέλεγε με βάση τα δικά του –πάντα μη-βιοποριστικά- αισθητικά, ηθικά, πνευματικά κριτήρια τις μεταφράσεις που θα έκανε για το ελληνικό κοινό. Έτσι και με τον «Δράκουλα» (ανέκδοτο ακόμη στο σύνολό του) του Μπραμ Στόουκερ, ένα κορυφαίο έργο που εντάσσεται στη λεγόμενη «βαμπιρική» ή ευρύτερα γοτθική ή σκοτεινή ρομαντική παράδοση και το οποίο ο διηγηματογράφος του «Αλιβάνιστου» και της «Φόνισσας» μετέφραζε χωρίς ούτε 6 χρόνια να έχουν συμπληρωθεί από την έκδοσή του για την εφημερίδα «Νέον Άστυ» σε συνέχειες (27/01 ως 24/06/1903). «Τι είναι μια Παραβολή παρά μια νουβέλα σε μικρογραφία» έγραφε ο Στόουκερ το 1908 και πράγματι ο Δράκουλας είναι μια μεγάλη αλληγορία, όπου ο καταραμένος αυτός κι αιμοδιψής χαρακτήρας αναπαριστά τον ίδιο το Διάβολο. Ο Παπαδιαμάντης είχε πρωτύτερα μεταφράσει για την ίδια εφημερίδα τον «Αόρατο άνθρωπο» ενός ακόμη μεγάλου Άγγλου, του H. G. Wells, μια από τις «κλασικότερες» νουβέλες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.

Details