Ενώ σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από το πολύνεκρο δυστύχημα της κατάρρευσης της γέφυρας Μοράντι στη Γένοβα της Ιταλίας με 42 νεκρούς, απαρατήρητη πέρασε στα ελληνικά ΜΜΕ η ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας δίκης των κατηγορουμένων με τον καταλογισμό των ποινών στις 16 Ιουλίου από το Δικαστήριο της Γένοβας.
Η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ με πίεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2000 προς τα κράτη-μέλη σε συνέχεια της συμφωνίας του Άμστερνταμ που συμπλήρωσε το υπάρχον μόρφωμα, είχε ως αποτέλεσμα κερδοσκόποι να επικαθήσουν σε έτοιμες υποδομές πληρωμένες με το υστέρημα των λαών, οι οποίοι από πολίτες με δικαίωμα να απολαμβάνουν τη μέγιστη ποιότητα υπηρεσιών, μετατράπηκαν θέλοντας και μη σε έτοιμη και εξασφαλισμένη πελατεία κερδοσκόπων, που αδίστακτοι και ασυνείδητοι, διαχειρίζονται τις υπηρεσίες αυτές με γνώμονα την ελαχιστοποίηση του κόστους σε συνδυασμό με τη μεγιστοποίηση της οικονομικής απόδοσης.
Το δυστύχημα Μοράντι αποτελεί την τραγικότερη εκδήλωση των συνεπειών της συνολικής υποβάθμισης του επιπέδου των παρεχόμενων κοινωφελών υπηρεσιών για όλους τους λαούς των κρατών μελών της ΕΕ λόγω της παράδοσης των κοινωφελών υπηρεσιών στους κερδοσκόπους του παρασιτικού κεφαλαίου. Οι κρατικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους περιλαμβανόταν η γέφυρα, ιδιωτικοποιήθηκαν και αγοράστηκαν από την εταιρία ASPI συμφερόντων της οικογένειας Μπένετον.
Η διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος την οποία μόνη σχεδόν η “Χ” παρακολούθησε από κοντά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ανέδειξε το γεγονός ότι η κατάρρευση έγινε λόγω πλημμελούς συντήρησης με κύρια ευθύνη του διευθύνοντα συμβούλου της ASPI Καστελούτσι, ο οποίος μείωνε στο έπακρο τα έξοδα συντήρησης για να μεγιστοποιεί τα κέρδη από τα διόδια που εισέπραττε η εταιρία του.
Το Δικαστήριο επέβαλε 12 χρόνια κάθειρξη στον Τζοβάνι Καστελούτσι, 11 χρόνια στον Μικέλε Ντονφέρι- Μιτέλι, τρίτο στην ιεραρχία της ASPI, 5 χρόνια και 6 μήνες στον Πάολο μπέρτι, επίσης πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της ASPI και την ίδια ποινή στον Αντονίνο Γκαλατά, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας Spea.
Συνολικά καταδικάστηκαν 32 από τους 57 κατηγορούμενους.
Η εισαγγελία της Γένοβας είχε ζητήσει συνολικά 400 χρόνια φυλάκισης για τους κατηγορούμενους, για την έλλειψη συντήρησης της οδογέφυρας, η οποία, σύμφωνα με την εισαγγελία, περικόπηκε συστηματικά με στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών.
Η “Χ” είχε παρακολουθήσει την επιχειρηματολογία της εισαγγελίας:
Κατά την δικάσιμο της 9ης Ιουλίου, ο Εισαγγελέας Airoldi εξέτασε την οικονομική απόδοση της ιδιωτικής εταιρίας στην οποία είχε εκχωρηθεί ο αυτικινητόδρομος στα πλαίσια της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων με την πάροδο του χρόνου. Τόνισε ότι από την ιδιωτικοποίηση, δηλαδή από το 2000 έως το 2018, υπήρξε μια προοδευτική αύξηση των εσόδων και της κερδοφορίας του παραχωρησιούχου χωρίς αντίστοιχη αύξηση του κόστους. Ταυτόχρονα, ωστόσο, και ιδού το πιο σημαντικό: ελήφθη η απόφαση να αγνοηθούν οι προειδοποιήσεις του Morandi, του σχεδιαστή του έργου, ο οποίος προέτρεψε για σωστούς ελέγχους των καλωδίων και των στηριγμάτων.
Ο Εισαγγελέας Κατούνιο υποστήριξε ότι οι κατηγορίες για φόνο για τις 43 ζωές που χάθηκαν στην κατάρρευση πρέπει να θεωρηθούν επιβαρυντικές λόγω της μη συμμόρφωσης της ASPI και με τους κανονισμούς ασφάλειας των εργαζομένων στη συντήρηση, για την οποία η εταιρία κατέβαλε αποζημίωση.
Το βασικό σφάλμα εντοπίζεται από την Εισαγγγελία στην ακύρωση μιας μιας εγκυκλίου του 1967 που καθόριζε ποιος ήταν υπεύθυνος για τις τριμηνιαίες επιθεωρήσεις, με αποτέλεσμα ο συντονισμός των μηχανικών να διαταραχθεί και να μην ελεγχθεί η κορυφή της προβλήτας 9 όπου συνέβη η αποκόλληση που προκάλεσε την τραγωδία, ενώ είχε τα ίδια προβλήματα που διαπιστώθηκαν και είχαν επιτρέψει την ασφάλεια άλλων δύο προβλήτων, με αριθμό 11 και 10, τη δεκαετία του 1990 στις οποίες έγιναν παρεμβάσεις.
Ο Καστελούτσι κατηγορείται επίσης ότι αποφάσισε να μειώσει τά τέλη συντήρησης κατά το ένα τρίτο περίπου, μαζί με πρόσθετους μηχανισμούς που οδήγησαν σε περαιτέρω μειώσεις κάθε χρόνο.
Οι μόνοι έλεγχοι που πραγματοποιούνταν ήταν δοκιμές με ηλεκτρικούς παλμούς που υποτίθεται ότι αποκάλυπταν την κατάσταση των χαλύβδινων καλωδίων που ήταν ενσωματωμένα στο σκυρόδεμα, αλλά οι οποίες αποδείχθηκαν αναξιόπιστες. Σύμφωνα με τις αναξιόπιστες αυτές μεθόδους ελέγχου, ορισμένα καλώδια που φαίνονταν διαβρωμένα, στη συνέχεια εμφανίζονταν να επισκευάζονται από μόνα τους χωρίς παρέμβαση με την πάροδο των ετών. Σύμφωνα με σχολιασμό του ιταλικού ρεπορτάζ, αυτά τα “θαύματα” θα έπρεπε να είχαν σημάνει συναγερμό. Το γεγονός ότι κανείς δεν έλεγξε τέτοια αποτελέσματα, ήταν σαν να εμπιστεύεται κανείς την αστρολογία ή έναν σαμάνο.
Ο Εισαγγελέας Κατούνιο συνέκρινε την κρινόμενη υπόθεση με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την καταδίκη ενός μηχανικού της Ρώμης που προσλήφθηκε για να επισκευάσει τα φρένα ενός αυτοκινήτου, ο οποίος απλώς παρείχε μια εκτίμηση χωρίς να προειδοποιήσει τον πελάτη για τον ακραίο κίνδυνο του οχήματος υπό αυτές τις συνθήκες, ένα περιστατικό που οδήγησε σε ένα πολύ σοβαρό ατύχημα. Ομοίως, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, ενώ η ASPI γνώριζε ότι η γέφυρα Morandi κινδύνευε να καταρρεύσει, δεν ανέστειλε αμέσως την κυκλοφορία των οχημάτων.
Οι αιτιάσεις αυτές της ιταλικής κατηγορούσας αρχής, ισχύουν στο ακέραιο και για την ελεγχόμενη από τους κρατικούς σιδηροδρόμους “Hellenic Train”, στο βαθμό που ήταν γνωστή η ανασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου και εμφανής ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος, εκτιμάται, μεταξύ πολλών άλλων- και από την ανώνυμη επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που είχε προηγηθεί.
Όπως έχει γράψει η “Χριστιανική” ο Καστελούτσι έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα ως υπαίτιος και για άλλο πολύνεκρο δυστύχημα στην οδογέφυρα Acqualonga στο Avellino, μαζί με άλλα τέσσερα άλλα στελέχη της ASPI και ήταν ήδη στη φυλακή για το λόγο αυτό. Στις 28 Ιουλίου 2013, λόγω πλημμελούς συντήρησης των στηθαίων ασφαλείας στην οδογέφυρα του κόμβου του Αβελίνο στη νότια Ιταλία, λεωφορείο με βλάβη στα φρένα του έπεσε από ύψος 30 μέτρων, με αποτέλεσμα 40 επιβάτες να σκοτωθούν. Παρά τις ευθύνες τους για το τραγικό αυτό δυστύχημα ήδη από το 2013, εξακολούθησαν να περικόπτουν τις δαπάνες συντήρησης των αυτοκινητοδρόμων, με αποτέλεσμα την κατάρρευση και της οδογέφυρας στη Γένοβα.
Νομικά, το Δικαστήριο της Γένοβας δεν δέχτηκε τις επιβαρυντικές περιστάσεις σε απέκλεισε την λεγόμενη επιβαρυντική περίσταση που σχετίζεται με την εργασία και την επιβαρυντική περίσταση που αναφέρεται στο Άρθρο 61, Αρ. 3 του Ποινικού Κώδικα, της λεγόμενης «ενσυνείδητης αμέλειας» («έχοντας ενεργήσει, σε αμέλεια, παρά την πρόβλεψη του γεγονότος»), έννοια που απουσιάζει από το ελληνικό δίκαιο που φτάνει μόνον έως την βαρεία αμέλεια και στον ενδχόμενο δόλο (τον λεγόμενο δόλο 3ου βαθμού, βάσει του οποίου ο δράστης ενεργεί ενώ γνωρίζει ότι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν οι αξιόποινες συνέπειες.
Η ικανοποίηση των συγγενών των θυμάτων
Την ικανοποίησή τους εξέφρασαν οι συγγενείς των θυμάτων που θεώρησαν την ετυμηγορία ως “ένα ορόσημο και ένα σημαντικό βήμα”, όπως δήλωσε ο Egle Possetti, πρόεδρος της Επιτροπής Μνήμης Θυμάτων της Γέφυρας Morandi, μετά την καταδίκη. Η Επιτροπή συγκάλεσε συνέντευξη Τύπου που ξεκίνησε με μια μακρά λίστα ευχαριστιών. Ο ίδιος ο Possetti την διάβασε με κάποια συγκίνηση. “Πρώτα απ ‘όλα, ευχαριστώ τους δικηγόρους Raffaele Caruso και Graziella Delfino και την εταιρεία τους, οι οποίοι εργάστηκαν με επαγγελματισμό, αφοσίωση και αγάπη όλα αυτά τα χρόνια. Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση με αυτό το αποτέλεσμα και την καρδιά του. Ήταν σαν να έχουμε ικανούς αδελφούς στο πλευρό μας.” Και στη συνέχεια «ο σύμβουλός μας Paolo Rugarli, ένας επαγγελματίας του οποίου οι σημαντικές τεχνικές γνώσεις εμπλούτισαν την υπόθεση της εισαγγελίας».
Ο Possetti ευχαρίστησε την εισαγγελία, από τον Εισαγγελέα Nicola Piacente έως τους εισαγγελείς που διεξήγαγαν την έρευνα, Walter Cotugno και Marco Airoldi. Θυμήθηκε επίσης, υπό χειροκροτήματα από τους παρευρισκόμενους, τον πρόσφατα αποβιώσαντα Εισαγγελέα Massimo Terrile. Η Επιτροπή ευχαρίστησε επίσης τους δικαστικούς τεχνικούς, τους εμπειρογνώμονες, την Guardia di Finanza ( οικονομική Φρουρά -η ειδική στρατιωτικοποιημένη αστυνομία της Ιταλίας που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών. Αποστολή της είναι – καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του οικονομικού εγκλήματος, του λαθρεμπορίου, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η προστασία των συνόρων) και τον Τύπο, «ειδικά τον τοπικό Τύπο που κάλυψε τη δίκη όλα αυτά τα χρόνια». Τέλος, το Δικαστήριο αποτελούμενο από τους Paolo Lepri, Fulvio Polidori και Ferdinando Baldini, «για το σιωπηλό έργο τους εν μέσω ατελείωτης τεκμηρίωσης». Τέλος, ευχαριστίες απευθύνθηκαν «στα θεσμικά όργανα που στάθηκαν δίπλα μας σε αυτή τη μάχη».
Θα θέλαμε να μπορούσαν να πουν τα ίδια και οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών στην Ελλάδα. Αν η κυβέρνηση της Ιταλίας επανέφερε υπό κρατικό έλεγχο τους αυτοκινητοδρόμους μετά την σκανδαλώδη και αδιαμφισβήτητη ευθύνη των ιδιωτών, οι οποίοι μάλιστα φρόντισαν να κλείσουν συναινετικά το αστικό σκέλος της υπόθεσης καταβάλλοντας αποζημιώσεις, πρέπει όμοιες συνέπειες να υποστεί και η ιταλική κρατική εταιρία που ελέγχει την Hellenic Train και οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι να επανέλθουν το ταχύτερο υπό δημόσιο έλεγχο.
Δυστυχώς στην Ελλάδα, οι συγγενείς των θυμάτων αντιμετωπίζονται με τρόπο αντίθετο απ’ ό,τι στην Ιταλία. Ίσως επειδή εκτός από τον “ιδιώτη” – αλλοδαπή κρατική εταιρία , εμπλέκονται και κυβερνητκοί παράγοντες ως συνυπαίτιοι.

