“Θὰ μπορούσαμε νὰ εἰποῦμε ὅτι ὁ κοινὸς ἄρτος –ὄχι τώρα τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ- ὁ κοινὸς ἄρτος εἶναι σύμβολον τῆς Ἐκκλησίας. Ξαναλέγω, ὄχι ὁ ἁγιασμένος ἄρτος· ὁ κοινὸς ἄρτος, εἶναι σύμβολον τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τὴν «Διδαχή», αὐτὸ τὸ πανάρχαιο βιβλίο, βρίσκομε μία εὐχὴ ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κι’ ἐκεῖ λέγει ὁ λειτουργὸς: «Ὥσπερ ἦν τὸῦτο τὁ κλάσμα -ἔχει μπροστὰ τοῦ ἕνα κομμάτι ἄρτου ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης, πρὸ τοῦ καθαγιασμοῦ. Ὅπως –λέγει- αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ ψωμὶ ἦταν διεσκορπισμένον ἐπάνω τὢν ὀρέων καί συναχθἐν ἐγένετο ἐν, οὕτω συναχθήτω Σου ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὢν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν σὴν Βασιλείαν». «Ὅπως ἦταν αὐτὸ τὸ ψωμὶ σὲ στάρι, σκορπισμένο πάνω στὰ βουνά, στὰ χωράφια, θερίστηκε κι’ ἔγινε ἕνας ἄρτος, ἔτσι, Κύριε, νὰ συναχθεῖ ἡ Ἐκκλησία Σου εἰς τὴν Βασιλείαν Σου». (Ἀπὸ ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου μὲ θέμα «Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ» ποὺ ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 17-8-1986-Πηγή ἱστότοπος Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου)
Ὁ Χριστὸς ὅταν πέρασε ἡ μέρα, μερίμνησε γιὰ τὴ διατροφὴ τοῦ πλήθους τῶν πέντε χιλιάδων ποὺ εἶχαν συναχτεῖ στὴν ἐρημιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν. Οἱ μαθητὲς πρότειναν νὰ διαλυθεῖ τὸ πλῆθος γιὰ ν’ ἀγοράσουν τὰ ἀναγκαῖα. Ὁ Χριστὸς ἀντέτεινε ἐκεῖνοι νὰ τοὺς δώσουν νὰ φᾶνε ἀπὸ τὶς δκές τους προμήθειες. Τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια ποὺ εἶχαν προφανῶς δὲν ἀρκοῦσαν. Ὅμως, κατὰ τὴ διανομή, κατὰ τρόπο θαυματουργικό, ὄχι μόνον ἔφτασαν γιὰ τὶς πέντε χιλιάδες οἰκογένειες, ἀλλὰ καὶ περίσσεψαν.
Τὸ θαῦμα δὲν ἐκδηλώθηκε μὲ τρόπο μαγικό.
Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος τονίζει ὅτι “Ὁ Κύριος, ἂν τὸ θέλετε, δὲν ἦταν μόνο γιατὶ ἐλυπήθη, «εὐσπλαγχνίσθη», λέει, «τοὺς ὄχλους», λυπήθηκε τοὺς όχλους, ποὺ ἦρθαν νὰ Τὸν ἀναζητοῦν στὴν ἐρημιὰ καὶ εἶπε στοὺς μαθητάς Του νὰ δώσουν ἐκεῖνοι νὰ φάγουν. Δὲν ήτο μόνο αὐτό. Σὲ μία ἐνέργεια τοῦ Κυρίου πολλοὶ σκοποὶ ἐπιτελοῦνται. Ἦταν μία ἀφορμή. Ἦταν ἕνα γρατσούνισμα, θὰ λέγαμε, τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ ἐκείνου, γιὰ τί πράγμα λέτε; Νὰ ἀναζητήσουν ψωμὶ καὶ νὰ τοὺς πεῖ ὁ Κύριος ὅτι «αὐτὴ ἡ βρῶσις εἶναι ἀπολλυμένη Ἂν φᾶς, θὰ ξαναπεινάσεις. Καὶ μιὰ μέρα θὰ πεθάνεις. Δὲν μπορεῖς νὰ τρῶς πάντα· τὸ ψωμὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ σὲ διατηρήσει στὴν αἰωνία ζωή. Ἀλλὰ ὑπάρχει ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς. Αὐτὸν ὅποιος φάει, δὲν πεθαίνει εἰς τὸν αἰώνα».”

