• “Δυστυχῶς, γίναμε πάλι ὑπόδουλοι…Μή φωνάξης, θά σέ πνίξουμε στά καπνογόνα. Μήν κλάψης, θά σοῦ ρίξουμε δακρυγόνα. Τά πάντα κόβονται καί ράβονται στά μέτρα τῶν τραπεζῶν, τοῦ πετρελαίου καί τῆς παγκοσμιοποίησης”

Ἱερομονάχου Ἀρτεμίου Γρηγοριάτη

Δημοσιεύουμε τό κείμενο τῆς εἰσήγησης τοῦ Ἱερομονάχου Ἀρτεμίου Γρηγοριάτη (ΦΩΤΟ) στή Δ’ Συνεδρία τῆς 1ης Νοεμβρίου 2021 τοῦ Συνεδρίου τῆς “Χριστιανικῆς” γιά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὁ π. Ἀρτέμιος μετεῖχε ἀπό τό γραφεῖο τῆς “Χ”. Μπορεῖτε νά δεῖτε ἀπό ἐδῶ τό βιντεο τῆς Συνεδρίας. Τόνισε ὁ Γέροντας μεταξύ ἄλλων:

Σήμερα ὅλα αὐτά τά γεγονότα κοντεύουμε νά τά ξεχάσουμε. Ἔχουμε τόσο πολύ ἐπηρεαστῆ καί ἀποχαυνωθῆ ἀπό τήν γενική κρίσι, πού σπεύδουμε νά ἐξασφαλίσουμε τόν ἐπιούσιο ἄρτο, ἀγνοώντας ὅλα ἐκεῖνα πού συνέβησαν στήν πατρίδα μας, γιά νά μποροῦμε ἐμεῖς σήμερα νά ζοῦμε ἐλεύθεροι πολίτες. Δυστυχῶς, γίναμε πάλι ὑπόδουλοι, ὄχι μόνο στούς Τούρκους, ἀλλά κυρίως στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωσι, στίς μυστικές δυνάμεις τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Ἀμερικῆς, καί γενικά σέ ὅλους αὐτούς τούς σατανολάτρες πού κινοῦν τά νήματα τοῦ κόσμου πίσω ἀπό αὐτές τίς χῶρες. Μήν πῆς πώς εἶσαι Ὀρθόδοξος, πρέπει νά γίνης οἰκουμενιστής. Μήν πῆς πώς εἶσαι Ἕλληνας, εἶσαι σωβινιστής καί φασίστας. Μήν πῆς πώς εἶσαι ἄνθρωπος, ἀνήκεις στό ζαλισμένο κοπάδι. Μή φωνάξης, θά σέ πνίξουμε στά καπνογόνα. Μήν κλάψης, θά σοῦ ρίξουμε δακρυγόνα. Τά πάντα κόβονται καί ράβονται στά μέτρα τῶν τραπεζῶν, τοῦ πετρελαίου καί τῆς παγκοσμιοποίησης.

Τό πλήρες κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ἀγαπητοί καί σεβαστοί ἐν Χριστῷ πατέρες καί ἀδελφοί!
Μέ τήν εὐλογία καί τήν εὐχή τοῦ Γέροντός μας καί Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου, ἔρχομαι στίς παροῦσες συνεδρίες τῆς ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ γιά τήν ὁμιλία μου, πτωχή σέ λόγια μπροστά στά πλούσια αἰσθήματά σας. Εὐχαριστῶ λοιπόν τά μέλη τῆς ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ, τούς διοργανωτές αὐτῆς τῆς θεάρεστης συνάξεως, καθώς καί τόν σεβαστό Γέροντά μας πού μοῦ δίνουν ἀνεπιφύλακτα τήν εὐκαιρία νά μοιραστῶ κάποιες πνευματικές σκέψεις στήν ἀγάπη σας. Συγχρόνως εὐχαριστῶ καί ὅλους ἐσᾶς πού μέ θεῖο πόθο καί προφανῆ προθυμία σπεύδετε νά ἀκούσετε λόγους γιά τήν ψυχική σας ὠφέλεια, τούς ὁποίους πιστεύω πώς ἐνστερνίζεστε καί τούς ἐφαρμόζετε.
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτῶν τῶν εὐλογημένων συνεδριῶν, στήν ἀγάπη σας θά ἀναπτύξω ἕνα ἑλληνορθόδοξο λόγο, πού ἀφορᾶ τήν ἐθνική ἐπέτειο τῆς 25ης Μαρτίου. Νομίζω πώς στή σημερινή ἐποχή, ὅπου ὅλες οἱ εὐλογημένες παραδόσεις μας τεμαχίζονται καί πωλοῦνται στήν εὐρωπαϊκή καί παγκόσμια ἀγορά, σήμερα πού ἡ χριστιανική εὐλάβεια θεωρεῖται ἀναχρονισμός καί σκοταδισμός, σήμερα πού στό βωμό τοῦ χρήματος καί τῆς ἐπίγειας δόξης τά ἱερά καί πατριωτικά μας αἰσθήματα χαρακτηρίζονται σωβινισμός καί φασισμός, ἀξίζει νά ἀναμοχλεύσουμε καί νά παρουσιάσουμε ὅλα ἐκεῖνα πού ἔθρεψαν προηγούμενες γενιές, ὅλα ἐκεῖνα πού ἄναψαν, φώτισαν καί δημιούργησαν τό ’21, τό ’12 καί τό ’40.
Μιά κοινή διαπίστωσις, μιά ἀδιάψευστη πραγματικότητα, εἶναι ἡ διάλυσις καί ἡ καταστροφή τῆς ἑλληνορθόδοξης παιδείας μας. Ἕνας πολύ σημαντικός θεολόγος, ἀληθινός φίλος καί φανατικός δημοκράτης, πρώην ἐπιθεωρητής στή μέση παιδεία καί κατόπιν καθηγητής Πανεπιστημίου, κεκοιμημένος πλέον, ὁ Γεώργιος Γρατσέας, στά φοιτητικά μας χρόνια, στόν καιρό τῆς μεταπολίτευσης, μᾶς ἔλεγε τί διέβλεπε καί τί προέβλεπε στό χῶρο πού ἐργαζόταν. Καί μᾶς τόνιζε μέ πόνο, θλῖψι καί ἀγανάκτησι: «Ἀπό τό 1967 μέχρι σήμερα γίνεται μιά συστηματική διάβρωσις τῆς παιδείας μας». Συστηματική διάβρωσις τῆς παιδείας μας! Σήμερα βλέπουμε τήν προφανῆ ἐπαλήθευσι τῶν λόγων του. Ἡ διάβρωσις καί διάλυσις τῆς παιδείας μας δημιούργησε ὅλον αὐτό τό συρφετό καί κυκεῶνα πού ζοῦμε τά τελευταῖα πενήντα χρόνια σέ ὅλα τά κοινωνικά, ἐθνικά καί ἐκκλησιαστικά ἐπίπεδα τῆς χώρας μας.
Ὅμως, γιά νά μή φανῶ πολύ μελοδραματικός, σέ διάφορες ὁμιλίες καί συζητήσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἄκουσα ἀπό σημαντικά πρόσωπα, καί μάλιστα ἀπό ἱερωμένους καί ἀρχιερεῖς, νά ἀμφισβητοῦν τόν αἱματοβαμμένο ἀγῶνα τοῦ 1821. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ἐπηρεασμένοι ἀπό τό σύγχρονο ἀθεϊστικό καί εὐρωπαϊκό κλῖμα, ἰσχυρίζονται πώς ἡ ἐπανάστασις τοῦ ’21 ἔγινε γιά τά συμφέροντα τῆς Ἀγγλίας, ἤ τῆς Γαλλίας, ἤ τῆς Ρωσσίας, γιά νά γίνη ἡ Πελοπόννησος καί τά Ἑπτάνησα προτεκτοράτο τῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Ἀλλά χωρίς νά ἀμφιβάλλουμε πώς τήν ἐπανάστασι τήν ἐκμεταλλεύτηκαν οἱ Εὐρωπαῖοι, διερωτώμεθα: Γιατί ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες δέν ψάχνουμε, ποιά ἦταν ἐκείνη ἡ φωτιά πού ἐπηρέασε τούς προγόνους μας, ἥρωες καί ἀγωνιστές, πῶς ἕνας φτωχός καί ὀλιγάριθμος λαός ξεσηκώθηκε καί πολέμησε μέ σκοπό ἤ νά ἐλευθερωθῆ, ἤ νά πεθάνη; Γιατί λοιπόν ψάχνουμε τίς ρίζες μας μέσα ἀπό τήν Εὐρώπη; Γιατί ἀμφισβητοῦμε τούς μακαριστούς ἐκείνους πιστούς συμπατριῶτες μας, πού θυσιάστηκαν, γιά νά ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι; Γιατί δέν ἐρευνοῦμε μέσα ἀπό τά Ἀπομνημονεύματα τῶν ἀγωνιστῶν καί ἐθνομαρτύρων τοῦ ’21, τίς προϋποθέσεις, τά αἴτια καί τίς ἀφορμές τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως; Γιατί δέν μελετοῦμε τούς μεταγενέστερους, ἐμβριθεῖς, μεγάλους ἐπιστήμονες καί εἰλικρινεῖς ἐρευνητές, ὅπως τόν Παπαρρηγόπουλο, τόν Διονύσιο Κόκκινο, τόν Σπῦρο Μελᾶ, τόν Βακαλόπουλο καί τόν Γριτσόπουλο, γιά νά βροῦμε τήν ἀλήθεια ἐκείνων τῶν γεγονότων; Μήπως λοιπόν ὅλα αὐτά εἶναι συνέπειες τῆς διαβρώσεως τῆς παιδείας μας, ὅπως χαρακτηριστικά διετύπωσε ὁ καθηγητής Γρατσέας; Μήπως ἤδη ἔγινε ἡ ἀλλοτρίωσίς μας ἀπό τίς ξένες, ἄθεες καί ἀνθελληνικές δυνάμεις; Αὐτός λοιπόν εἶναι ὁ σκοπός τῆς παρούσας ὁμιλίας, ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἀληθείας καί τό ὑγιές μνημόσυνο τῶν προγόνων μας ἐκείνων.
Ἀπό τό 1770 μέχρι τίς ἀρχές τῆς Ἐπαναστάσεως στήν Ἑλλάδα ἀναβίωσε ἕνα μεγάλο ἐκπαιδευτικό ρεῦμα, μιά ἀναζήτησις καί μιά ἀναγέννησις τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ ἔθνους καί τῆς πίστεώς μας, εἴτε ἀπό ἐντόπιους λογίους, κληρικούς καί λαϊκούς, εἴτε ἀπό σπουδασμένους στό ἐξωτερικό, ἀλλά μέ κορυφαῖο τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, πού ἐτόνισε στούς σκλαβωμένους ραγιάδες πώς τό ποθούμενο θά τό δοῦν τά ἐγγόνια τους. Καί ὄντως, 50 χρόνια μετά τό μαρτύριο τοῦ ἱερομάρτυρος αὐτοῦ, οἱ Ἕλληνες ξεκίνησαν τήν ποθουμένη ἀπελευθέρωσι. Συνεπῶς ἡ ἀναβίωσις τῆς ἑλληνορθόδοξης παιδείας, ἡ ἀναζωογόνησις τῆς ἀποσταμένης ἐλπίδας, ἄναψαν τή φλόγα τῆς ἐλευθερίας. Σημαντική εἶναι καί ἡ ἐκπαιδευτική ἐγκύκλιος τοῦ 1807, μέ τήν πρόνοια καί τήν προτροπή τοῦ ἱερομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄, πού ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ἀνακαίνισι τῆς παιδείας.
Κι ἐδῶ διερωτᾶται κανείς, γιατί αὐτό τό μένος καί τό μῖσος τῶν συγχρόνων ἀθέων ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ κλῆρος δέν βοήθησε τήν παιδεία καί συνεπῶς καί τήν ἐπανάστασι, ἐφ’ ὅσον γιά νά γίνη κανείς δάσκαλος, ἤ κληρικός, ἤ ψάλτης, ἔπρεπε πρῶτα ἀπ’ ὅλα νά ξέρη νά διαβάζη, καί μάλιστα ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιά νά ἀνταποκριθῆ στίς τότε λατρευτικές ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας; Γιατί αὐτή ἡ παραχάραξις τῆς ἱστορίας, ὅτι δέν ὑπῆρξαν ποτέ κρυφά σχολεῖα, καί ὅτι τό κρυφό σχολειό ἦταν ἐφεύρεσις τοῦ ποιητοῦ Ἰωάννη Πολέμη; Δέν πείσθηκαν ἀπό τό λαϊκό ἄσμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου νά περπατῶ», ὅπου τά ἑλληνόπουλα πήγαιναν κρυφά, μέ τό φεγγαρόφως μέσα στή νύχτα, γιά νά μάθουν τά ἑλληνικά γράμματα; Τί περίμεναν ὅλοι αὐτοί οἱ ἀμφισβητοῦντες ἱστορικοί, νά ὑπάρχει ἐπιγραφή στήν Τουρκοκρατία «Ἐδῶ κρυφό σχολειό»; Πῶς θά ἦταν κρυφό σχολειό, μέ φανερή ἐπιγραφή κρυφοῦ σχολειοῦ; Θά ἦταν πλέον φανερό σχολειό.
Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅμως ὅτι συστηματικά ἡ παιδεία ἄρχισε νά ἀναβιώνη μετά τό 1770, μέ τήν ἀνοχή τῶν Ὀθωμανῶν, καί αὐτά στίς μεγάλες πόλεις, Κωνσταντινούπολι, Ἀθήνα, Θεσσαλονίκη, Ἄρτα, Ἰωάννινα κλπ. Ἀλλά τί παιδεία θά εἰσέπρατταν τά παιδιά τῆς ἐπαρχίας, πού οἱ κωμοπόλεις καί τά χωριά δέν εἶχαν καθόλου σχολεῖα καί στοιχειώδη μάθησι, προτοῦ ἀφυπνίση καί προτρέψη τούς Ἕλληνες ἐπισήμους στήν ἵδρυσι σχολείων ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Πῶς θά μάθαιναν τά σκλαβωμένα χωριατόπουλα τά ἑλληνικά γράμματα; Καί γιά νά μή παρατείνουμε ἄλλο αὐτή τήν διαπίστωσι τῆς παραχαράξεως, ὁ γνωστός ἱστορικός Γιάννης Κορδᾶτος, μολονότι ἀναφέρει τό λαϊκό ἄσμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό», παραλείπει θεληματικά τήν τελευταία φράση: «τοῦ Θεοῦ τά πράγματα» , γιατί τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ προξενεῖ ἀλλεργία σέ κάποιους.
Πρώτη λοιπόν προϋπόθεσις καί αἴτιο τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἦταν ἡ ραγδαία ἄνοδος τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Ἑλλήνων, τόσο στήν Ἑλλάδα ὅσο καί στό ἐξωτερικό. Δεύτερο αἴτιο στάθηκε ἡ καταπίεσις τῶν ὑποδούλων στά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Φτώχεια, πεῖνα, ἐξευτελισμός, οἰκονομική ἐξαθλίωσις, ὀπισθοδρόμησις τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπαγορεύσεις, κακοποιήσεις, φορολογίες, ἀγγαρεῖες, καταδιώξεις, φυλακίσεις, ἐξανδραποδισμοί, ἐξομώσεις, βασανιστήρια καί θάνατοι ἐξήγειραν τό φιλελεύθερο ἑλληνικό φρόνημα ἐναντίον τῶν κατακτητῶν. Ὡς ἀντίβαρο ὅλων αὐτῶν στάθηκαν οἱ κλεφταρματωλοί, “ἡ μαγιά τῆς λευτεριᾶς” σύμφωνα μέ τόν Μακρυγιάννη, πού ἔγιναν ἀρχηγοί τῆς ἐπαναστάσεως στή διάρκεια τῶν ἐξεγέρσεων.
Τά χρόνια ἐκεῖνα προηγήθηκε ἡ Γαλλική Ἐπανάστασις, καί εἶχε δημιουργηθῆ στούς ὑπόδουλους λαούς, ἰδίως στούς φιλογάλλους, ἡ σκέψις πώς ὁ Ναπολέων θά ἡγηθῆ καί στή δική τους ἐπανάστασι. Τό πνεῦμα καί ἡ θυσία τοῦ Ρήγα Φεραίου ἐνέπνεε ὅλους τούς Ἕλληνες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ντυμένο φυσικά μέ ἑλληνορθόδοξο χαρακτῆρα. Μά μετά τήν πτῶσι καί τόν θάνατο τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ καί αὐτοκράτορος Ναπολέοντος, οἱ ἐλπίδες τους στράφηκαν πρός τόν τσάρο, πρός τήν Ρωσία.
Συγχρόνως διάφοροι θρύλοι καί παραδόσεις δημιούργησαν στίς συνειδήσεις τῶν Ἑλλήνων τή Μεγάλη Ἰδέα, ἡ ὁποία κατά τούς ἱστορικούς ξεκινᾶ ἀπό τήν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἤ κατ’ ἄλλους ἀπό τή Φραγκοκρατία. Ὁ θρῦλος τοῦ Μαρμαρωμένου Βασιλιᾶ, οἱ χρησμοί, οἱ διάφορες προφητεῖες, κυρίως τοῦ Ἀγαθαγγέλου, ἔτρεφαν τήν ἐλπίδα πώς ἡ Ρωσία θά βοηθήση τό ὑπόδουλο γένος. Παράλληλα μεγάλη ἐπίδρασι στήν ἐπανάστασι εἶχαν ἡ ἄνοδος τῆς ἀστικῆς τάξεως, ἡ πρόοδος τοῦ ἐμπορίου καί τῆς ναυτιλίας τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας, ἰδιαίτερα στά ρωσικά λιμάνια, καί ὅλα αὐτά ξυπνοῦσαν στούς εὐκατάστατους Ἕλληνες ἐμπόρους καί θαλασσοπόρους τό φρόνημα τῆς ἐξεγέρσεως.
Τό 1813 ἱδρύθηκε ἡ Φιλόμουσος Ἑταιρεία τῶν Ἀθηνῶν, μέ τήν ἔμμεση ὑποστήριξι τῶν Ἄγγλων, μέ σκοπό νά ὑψώση τό πνευματικό ἐπίπεδο τῶν ὑποδούλων, νά ἱδρύση σχολεῖα, νά περισυλλέξη, φυλάξη καί μελετήση τά ἀρχαῖα μνημεῖα, τά ὁποῖα καταστρέφονταν ἀπό τούς ἀμαθεῖς κατοίκους καί κυρίως ἀπό τούς κατακτητές, ἤ λεηλατοῦντο ἀπό τούς Εὐρωπαίους. Μέ τούς ἴδιους σκοπούς καί ὑπό τήν προστασία τοῦ τσάρου ἱδρύθηκε τό 1814 στή Βιέννη ἡ Φιλόμουσος Ἑταιρεία, μέ πρωτοβουλία τοῦ Ἀνθίμου Γαζῆ, τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια καί τοῦ Ἰγνατίου μητροπολίτου Οὐγγροβλαχίας. Βαθύτερος σκοπός τῆς Φιλομούσου Ἑταιρείας ἦταν ἡ ἐθνοθρησκευτική ἀφύπνισις τῶν Ἑλλήνων, μέ τελική ἐπιδίωξι τήν ἐκ τῶν ἔσω διάβρωσι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀφοῦ ἀναλάβουν οἱ Ἕλληνες ἀναίμακτα, χωρίς πόλεμο, τά ἡνία τῆς ἡγεσίας στή χώρα τους. Ὅλα αὐτά κίνησαν ὑποψίες στόν Μέττερνιχ, καί ἔβαλε κατασκόπους σέ ὅλη τήν Εὐρώπη νά παρακολουθῆ τίς κινήσεις τῆς Φιλομούσου Ἑταιρείας. Ἀργότερα στήν Ἑταιρεία αὐτή μπῆκε καί ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης, καί τό ἔργο τῆς Φιλομούσου σταμάτησε, ἀφ’ ὅτου ὁ Ὑψηλάντης ἀνέλαβε τήν ἀρχηγία τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας καί κατόπιν τῆς Ἐπαναστάσεως.
Στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1814, ἀνήμερα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ -τίποτε δέν εἶναι τυχαῖο- στήν Ὀδησσό τῆς Ρωσίας ἱδρύθηκε ἡ Φιλική Ἑταιρεία ἀπό τρεῖς μικροεμπόρους: τόν Ἀρτηνό Νικόλαο Σκουφᾶ, τόν Ἰωαννίτη Ἀθανάσιο Τσακάλωφ καί τόν Πάτμιο Ἐμμανουήλ Ξάνθο. Σκοπός τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας δέν ἦταν ἡ μόρφωσις καί διαπαιδαγώγησις τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά ἡ ἄμεση ἐπανάστασις, διότι πλέον εἶχε φτάσει ἡ ὥρα τῆς ἐλευθερίας. Οἱ φιλικοί πίστευαν πώς κάτω ἀπό τήν ἀπάνθρωπη τυραννία τῶν Ὀθωμανῶν δέν ἦταν δυνατόν νά φωτιστῆ τό ἔθνος. Ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια πάλευαν κρυφά καί μυστικά οἱ φιλικοί σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό νά μυήσουν τούς Ἕλληνες γιά τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ τόπου τους. Ἡ μύησις γινόταν πολύ μυστικά, μέ ἕνα κερί, μέ ἕνα Εὐαγγέλιο καί μέ φρικτούς ὅρκους. Τή μέθοδο αὐτή δίδαξε ὁ πρώην μασόνος καί μετέπειτα φιλικός Ξάνθος πρός τό Σκουφᾶ καί τόν Τσακάλωφ, κλεμμένη ἀπό τίς μασονικές μυήσεις.
Ἐδῶ ὅμως ἔγκειται ἕνα μεγάλο λάθος κάποιων ἱστορικῶν, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἶπαν πώς ἡ Φιλική Ἑταιρεία κατευθυνόταν ἀπό τή μασονία. Μόνο οἱ μέθοδοι ἀφομοιώθηκαν, ὄχι τό πνεῦμα καί ἡ καθοδήγησις. Καί τοῦτο γιά τέσσερις λόγους.
1) Κάποιοι ἱστορικοί εἶπαν πώς καί οἱ τρεῖς ἱδρυτές τῆς Φιλικῆς ἦσαν μασόνοι. Εἶναι ψέμμα. Διότι, ἄν ὁ Σκουφᾶς καί ὁ Τσακάλωφ ἦταν κι αὐτοί μασόνοι, θά γνώριζαν ἀσφαλῶς τίς μεθόδους τῆς μασονίας. Τότε γιά ποιό λόγο τούς δίδαξε τίς μεθόδους ὁ Ξάνθος, ἀφοῦ καί οἱ ἄλλοι δύο θά ἤξεραν τίς μεθόδους; Ἄρα δέν ἦσαν καί οἱ τρεῖς. Μόνον ὁ Ξάνθος ἦταν, ὁ ὁποῖος ἔκτοτε φαίνεται νά δουλεύη ἐνθουσιωδῶς καί μόνον γιά τούς φιλικούς.
2) Κάθε μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ἔπρεπε νά ἐργάζεται μόνο γιά τή Φιλική Ἑταιρεία, χωρίς καθόλου νά συμμετέχη σέ ἄλλες ὀργανώσεις. Νά δοθῆ ψυχῇ καί σώματι στό σκοπό τῆς ἐπαναστάσεως.
3) Ἡ χρῆσις τοῦ Εὐαγγελίου καί οἱ ὅρκοι πάνω σ’ αὐτό, καθώς καί ὅλη ἡ μύησις στή Φιλική Ἑταιρεία, γνωστή καί καταγεγραμμένη σήμερα, δέν ἔχει τίποτε ὕποπτο, κανένα ὑπονοούμενο γιά ἄλλη ὀργάνωσι. Ἀντίθετα ἀναφέρεται στόν Χριστό καί στήν Ἁγία Τριάδα γενικῶς.
4) Μέ τήν ἔναρξι τῆς Ἐπαναστάσεως ἡ Φιλική Ἑταιρεία φυσικῷ τῷ τρόπῳ διαλύθηκε, πρός ὄφελος τοῦ ἀγῶνα.
Πιστεύω πάντως, καί συγχωρήστε μου τήν ἔνστασι, ὅτι ὅταν κάποιο θρησκευτικό ἤ πολιτικό κίνημα πετυχαίνει, κάποιοι θέλουν νά τό σφετεριστοῦν, νά τό καπηλευτοῦν καί νά τό ὑποτάξουν. Κάτι ἀνάλογο ἔγινε καί μέ τούς Ἐσσαίους καί τούς Γνωστικιστές, πού θέλησαν νά καπηλευτοῦν τόν χριστιανισμό ὅταν διαδόθηκε, ὅπως τό ἴδιο ἔκαναν καί ἄλλοι μεταγενέστεροι “Χριστοκάπηλοι” -ἐπιτρέψτε μου τή λέξι- αἰγύπτιοι, ἰνδοί, ἰάπωνες, μορμόνοι, δρυΐδες, ἰεχωβῖτες, κλπ. πού θέλησαν νά ὑποτάξουν, ὄχι τήν πίστι τους στόν Χριστό, ἀλλά τόν Χριστό στήν πίστι τους.
Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στά δικά μας. Χωρίς νά ἀμφιβάλλη κανείς γιά τίς παραπάνω ἐπιδράσεις στούς σκλαβωμένους, καί γιά τά διάφορα αἴτια καί προϋποθέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, θεωροῦμε ὅτι κινητήριος μοχλός καί σαφής προϋπόθεσις γιά τόν ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα ἦταν καί παραμένει ἡ ὀρθόδοξος πίστις. Μνημειώδης ἔχει μείνει ἡ φράσις τοῦ μακαριστοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, πού ἐξεφώνησε μετεπαναστατικά -τό 1838- στήν Πνύκα πρός τούς Ἀθηναίους, κυρίως μαθητές: «Πρέπει νά φυλάξετε τήν πίστη σας, καί νά τήν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τά ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπέρ Πίστεως, καί μετά ὑπέρ Πατρίδος» . Ἀλλά καί παλαιότερα, κατά τά χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ ἴδιος ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ ἐτόνιζε: «Ὁ Θεός ἔδωσε τήν ὑπογραφή του διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δέν τήν παίρνει πίσω» .
Ἄς ἀκούσουμε ὅμως καί ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα τοῦ Φωτάκου ἀπό τά ἀπομνημονεύματά του, γιά νά καταλάβουμε τά παραπάνω: «Ἐκεῖ στή Ρωσία ἐργαζόμεθα καί ἐψωμοζούσαμεν, καί μετά τινα χρόνον ἐλησμονοῦμεν τόν φόβον καί δέν εἴμεθα πλέον ραγιάδες τοῦ Τούρκου. Ἐκαθαρίζαμεν τόν ἑαυτόν μας ἔσωθεν καί ἔξωθεν, αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι, ἐπεριπατούσαμεν μέ θάρρος καί ἕνας μέ τόν ἄλλον ἐπαραδειγματιζόμεθα. Ἀκούαμεν τίς καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν νά σημαίνουν ἐλεύθερα· ἐπηγαίναμεν εἰς τάς ἐκκλησίας των, εὐχαριστούμεθα ἀπό τήν ἐσωτερικήν καί ἐξωτερικήν λατρείαν τῆς θρησκείας μας· καί ἀφοῦ ἐχορταίναμεν ὅλα αὐτά, ἐσυλλογιζόμεθα ἔπειτα πῶς νά κάμωμεν τούς γονεῖς μας, τούς ἀδελφούς μας, τούς συγγενεῖς μας ἐλευθέρους καί τήν ποθητήν πατρίδα μας νά ἀναλάμψῃ καί αὐτή οὕτως, ὅπως καί ἡ Ρωσία. Αὐτός ὁ τρομερός ἐσωτερικός σκώληξ μᾶς ἔτρωγεν τόν βίον, καί δέν ἐπροφθάναμεν νά φέρωμεν εἰς πέρας τάς σκέψεις μας. Τά μάτια μας ἐτσίμπλιαζαν ἀπό τά δάκρυα· διατί νά γεννηθῶμεν δοῦλοι τῶν Τούρκων καί ὑπό τό πλέον βάρβαρον ἔθνος;» .
Μνημειώδης ἔμεινε καί ὁ διάλογος τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη μέ τόν γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ στούς Μύλους τοῦ Ναυπλίου: «Ἐκεῖ ὁποὔφκιανα τίς θέσες εἰς τούς Μύλους, ἦρθε ὁ Ντερνύς νά μέ ἰδῆ. Μοῦ λέγει: “Τί κάνεις αὐτοῦ; Αὐτές οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες· τί πόλεμο θά κάνετε μέ τόν Μπραΐμη αὐτοῦ;”. Τοῦ λέγω: “Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες καί ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατός ὁ Θεός ὁποῦ μᾶς προστατεύει· καί θά δείξωμεν τήν τύχη μας σ’ αὐτές τίς θέσες τίς ἀδύνατες· κι’ ἄν εἴμαστε ὀλίγοι εἰς τό πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ ἕναν τρόπον, ὅτι ἡ τύχη μᾶς ἔχει τούς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ὥς τώρα, ὅλα τά θερία πολεμοῦν νά μας φᾶνε καί δέν μποροῦνε· τρῶνε ἀπό μᾶς καί μένει καί μαγιά. Καί οἱ ὀλίγοι ἀποφασίζουν νά πεθάνουν· καί ὅταν κάνουν αὐτείνη τή ἀπόφασιν, λίγες φορές χάνουν καί πολλές κερδαίνουν. Ἡ θέση ὁποῦ εἴμαστε σήμερα ἐδῶ εἶναι τοιούτη· καί θά ἰδοῦμεν τήν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μέ τούς δυνατούς”. “Τρέ μπιέν” λέγει κι ἀναχώρησε ὁ ναύαρχος» .
Ὁ ἱστορικός Δημήτριος Αἰνιάν, ἀγωνιστής στό πλευρό τοῦ Καραϊσκάκη, ἀναφέρει τά ἑξῆς στά Ἀπομνημονεύματά του: «Κυριωτέρα αἰτία τοῦ μεγάλου τούτου ἐνθουσιασμοῦ (τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας) φρονοῦμεν ὅτι ἦτο τό θρησκευτικόν αἴσθημα. Ὁ λαός δέν ἐγνώριζε τήν ἐλευθερίαν, ἑπομένως δέν ἠδύνατο νά ἔχῃ, εἰμή μόνον ὑλικάς ἰδέας περί αὐτῆς, δηλαδή ὅτι ἔμελλε ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν καταπιέσεων καί τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἀρχόντων του, τῶν ὑπερόγκων φόρων καί ἄλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων· Ὅλα δέ ταῦτα, ἤ μέρος τοὐλάχιστον, ἠδύνατο νά τ’ ἀπολαύσῃ καί ἄνευ ἐπαναστάσεως, ὡς καί ἀπήλαυσαν τινά μέρη ἐξαιρετικά τινά προνόμια. Ἀλλά τό θρησκευτικόν αἴσθημα ἔκαμνε μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς αὐτόν (τόν λαόν). Ἐθεώρει ἕν μέλλον λαμπρόν, καθ’ ὅ ἠδύνατο, ὄχι μόνον νά μήν ἐκβιάζηται εἰς τήν ἄρνησιν τῆς πίστεως αὐτοῦ, ἀλλά νά κάμνῃ ὅλας τάς ἱεροτελεστίας του μ’ ὅλην τήν ἐξωτερικήν πομπήν, νά κατασκευάζῃ ἐλευθέρως τούς ναούς του, καί τούτους μέ λαμπρότητα καί πολυτέλειαν, νά ὑψώσῃ τά κωδωνοστάσια, ἀπό τά ὁποῖα θέλει ἀντηχεῖ ὁ ποικίλος κρότος τῶν κωδώνων κατά τάς ἐπισήμους ἐκκλησιαστικάς ἑορτάς, καί νά στήσῃ τόν Σταυρόν ἐπί τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως εἶναι τό ἡμισέληνον τῶν μιναρέδων. Ὅλα δέ ταῦτα ἦτον ἀδύνατον ἄλλως νά κατορθωθῶσιν εἰμή δι’ ἐπαναστάσεως καί καταστροφῆς, ὄχι τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας, ἀλλά τῶν Ὀθωμανῶν ἐν γένει. Ἀπό τοιαύτας ἰδέας ἐκολακεύετο ὁ λαός τῆς Ἑλλάδος· ἐμψυχοῦτο δέν ἀπό ἐλπίδας ἐπιτυχίας, καθ’ ὅσον ὁ ἀγών ἔμελλε νά εἶναι περί τῆς πίστεως, καί ἡ θεία ἀντίληψις ἔμελλε βεβαίως νά βραβεύσῃ τούς ὐπέρ αὐτῆς ἀγῶνας του· ὥστε ἡ ἐπανάστασις κατά πρῶτον λόγον πρέπει νά θεωρηθῆ θρησκευτική, καί κατά δεύτερον πολιτική. Τοιαύτη λοιπόν διεργασία ἐθεωρήθη ὡς σταυροφορία κατά τῶν ἀπίστων, καί διά τοῦτο πρῶτος ὁ κλῆρος ὕψωσε τήν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως, καί εὐλόγησε τά πρῶτα κινήματα τοῦ λαοῦ» .
Ἀφοῦ δανειστήκαμε λίγα στοιχεῖα ἀπό τά πάμπολλα ἀπομνημονεύματα ἀγωνιστῶν τοῦ ’21, πρέπει νά θυμηθοῦμε καί τήν παρουσία τῶν Νεομαρτύρων πρίν, κατά καί μετά τήν ἐπανάστασι. Ἔχει διαπιστωθῆ πώς τίς παραμονές τῆς Ἐθνεγερσίας ἔχουμε μιά αὔξησι, μιά πύκνωσι τῶν Νεομαρτύρων. Ὅσοι γνωστοί Νεομάρτυρες ὑπάρχουν ἀπό τήν ἅλωσι τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τό 1770, ἄλλοι τόσοι ὑπάρχουν τήν πεντηκονταετία πρίν τήν ἐπανάστασι, δηλαδή ἀπό τό 1770 ἕως τό 1821. Αὐτό σημαίνει πώς καί τό αἷμα τῶν Νεομαρτύρων ἑτοίμασε τό ἔδαφος γιά τήν ἐπανάστασι. Αὐτή ἡ πεντηκονταετία ξεκινᾶ ἀπό τή θυσία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καί ὁλοκληρώνεται μέ τόν ἀπαγχονισμό τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καί τῶν σύν αὐτῷ μαρτυρησάντων Μητροπολιτῶν, γεγονός τό ὁποῖο ξεσήκωσε ὅλη τήν Ἑλλάδα. Ἄς προστεθοῦν καί οἱ βάρβαρες γενοκτονίες στήν Κωνσταντινούπολι, στήν Σμύρνη καί στήν Κύπρο, στά νησιά τοῦ Αἰγαίου καί σέ ἄλλα μέρη τῆς τότε Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Αὐτά τά ὁμολόγησαν καί οἱ Τοῦρκοι ἱστορικοί πού γράφουν: «Γιαγνίς ὀλντού», πού σημαίνει: «Κάναμε λάθος».
Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς καί οἱ Τέσσερις Νεομάρτυρες στό Ρέθυμνο τῆς Κρήτης, Μανουήλ, Ἀγγελῆς, Νικόλαος καί Γεώργιος, μέχρι τό 1821 ἦσαν κρυπτοχριστιανοί, ἀπό τό ’21 μέχρι τό ’24 ἐπαναστάτες ἀγωνιστές, καί τό 1824 Νεομάρτυρες τῆς πίστεώς μας . Ἄς σκεφτοῦμε πάλι πόση ἐπίδρασι εἶχε καί τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Ὑδραίου στούς συμπατριῶτες του. Ὁ Μιαούλης, ὁ Σαχτούρης, ὁ Οἰκονόμου, ἡ Μπουμπουλίνα, ὁ Σαχίνης, ὁ Τσαμαδός, οἱ Τομπάζηδες, παλληκάρια ἦσαν, ἤ μικρά παιδιά, ναυτάκια, καπετανάκια στά μπρίκια τους, ὅταν ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος μαρτύρησε τό 1800. Τό αἷμα τοῦ Νεομάρτυρος ἔγινε φλόγα στά στήθη ὅλων τῶν Ὑδραίων.
Γράφει σχετικῶς ὁ ἱστορικός Ἰωάννης Φιλήμων: «Ἡ Ἐπανάστασις ἦτο προητοιμασμένη . . . ἀφ’ οὗ καιροῦ ἡ Θρησκεία τοῦ Ἕλληνος ἐξυβρίζετο πραγματικῶς, μολονότι ἐφαίνετο πολιτικῶς προστατευομένη· τό αἷμα τῶν μαρτύρων τῆς ἀθωότητος ἐχύνετο χωρίς φειδώ· αἱ δέ πολυειδεῖς βίαι, οἱ σπαραγμοί καί αἱ μεταναστάσεις κατέστησαν τόν τόπον ἀντικείμενον τοῦ ἐλέους» .
Ἀλλά καί ἄλλοι ἱστορικοί, ὅπως ὁ Γάλλος Πρόξενος Πουκεβίλ, ἀναφέρουν πώς ἡ ἐπανάστασις στηρίχθηκε καί στό αἷμα τῶν Νεομαρτύρων. Τό ζωντανό μαρτύριο τῶν τότε Νεομαρτύρων πότισε καί κάρπισε τό δένδρο τοῦ ’21 .
Ἐπιτρέψτε μου κι ἐδῶ μιά παρένθεσι. Πρό χρόνων παραβρέθηκα σέ συνέδριο στήν Ὕδρα μέ τίτλο: «Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος, Νεομάρτυρες: Οἱ πρόδρομοι τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ ’21». Ἐκεῖ πολλά εἰπώθηκαν, καί κάποιοι κληρικοί θέλησαν νά βάλουν ἕνα τεῖχος, ἕνα φραγμό ἀνάμεσα στούς Ἐθνομάρτυρες καί στούς Νεομάρτυρες, λέγοντας: «Ἄλλο Νεομάρτυρες, καί ἄλλο Ἐθνομάρτυρες. Μή τά μπερδεύουμε». Εἶπα τή γνώμη μου, διαφωνώντας ριζικά. Ὁ μακαριστός Ἁγιορείτης π. Μωϋσῆς εἶπε χαρακτηριστικά πρός τούς ἀντιδρῶντες: «Ἔτσι πού μᾶς τά λέτε, εἶναι σάν νά μᾶς λέτε ὅτι ἡ φιλοπατρία εἶναι ἁμαρτία». Κάποιος Σέρβος ἐπίσκοπος, μέ τά τότε γεγονότα τοῦ Κοσσόβου, εἶπε πώς εἶναι δυσδιάκριτα τά ὅρια μεταξύ Ἐθνομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Καί κάποιος ἄλλος κληρικός εἶπε ὅτι τό νά ξεχωρίζουμε τούς Ἁγίους ἀπό τήν πατρίδα τους, εἶναι ἡμινεστοριανισμός, δηλαδή αἵρεσις.
Ἐδῶ ἀξίζει νά μνημονεύσουμε καί τή συμμετοχή τοῦ κλήρου στήν Ἑλληνική Ἐπανάστασι. Ἡ παρουσία τῶν κληρικῶν στόν ἀγῶνα τοῦ ’21 εἶχε μεγάλη ἐπίδρασι στόν ἑλληνικό λαό. Ἱερωμένοι ἦσαν ὅλοι σχεδόν οἱ μικροί καί μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ Γένους. Ὅλοι οἱ κληρικοί, ἀγράμματοι ἤ γραμματισμένοι, ἀρχιερεῖς, ἱερομόναχοι, ἱερεῖς καί διάκονοι ποθοῦσαν τήν ἐλευθερία τους. Γιαυτό καί οἱ φιλικοί στράφηκαν καί πρός αὐτούς, γνωρίζοντας τήν προφανῆ ἐπιρροή τους στόν λαό. Κάποιος παπα-Γιώργης στήν Κωνσταντινούπολι μύησε στή Φιλική Ἑταιρεία 15.000 Ἕλληνες μέσα σέ δύο μῆνες .
Ἡ ἀνάμειξις τῶν λειτουργῶν τῆς πίστεως στήν ἑτοιμασία καί στή διεξαγωγή τοῦ ἀγῶνα ἔδωσε θρησκευτικό ζῆλο καί ἐλπίδα γιά τό μέλλον, δυό σπουδαῖα ὅπλα γιά τήν ἐξάπλωσι καί τήν ἐπιτυχία τοῦ κινήματος. Ἀρχιερεῖς παρακινοῦσαν τούς ἱερεῖς νά διαβάζουν καθημερινά παρακλήσεις, γιά νά βοηθήση ὁ Θεός τήν ἑλληνική ἐπανάστασι καί ἀνεξαρτησία. Μέ τήν παρότρυνσι τοῦ κλήρου συμφιλιώθηκαν ὁλόκληρες οἰκογένειες πού φιλονικοῦσαν καί ἦσαν ἀπό χρόνια στά μαχαίρια. Μεγάλες μορφές, ὅπως ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, ὁ Ἠσαΐας Σαλώνων, ὁ Ἔλους Ἄνθιμος, ὁ Παπαφλέσσας, ὁ Ἀθανάσιος Διάκος, ὁ παπα-Ἀντρέας, ὁ Ἄνθιμος Γαζῆς καί ἑκατοντάδες ἄλλοι ἱερωμένοι σφράγισαν μέ τήν παρουσία τους τόν ἱερό ἀγῶνα. Κληρικοί παρευρίσκονταν στίς συνεδριάσεις, στά στρατόπεδα, στίς πολιορκίες, στίς μάχες, καί μέ τήν παρουσία τους ἐνθάρρυναν τούς κατατρεγμένους. Κληρικοί καί μοναχοί μέ εἰκόνες καί σταυρούς στά χέρια ἐμψύχωναν τούς μαχητές. Τά μοναστήρια ἔγιναν καταφύγια καί ὁρμητήρια στούς ἐπαναστάτες. Μεγάλα παραδείγματα ἡ Μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἡ Ἁγία Λαύρα, ἡ Μονή τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ κ. ἄ.
Γι’ αὐτόν τόν λόγο θεωρῶ ἄδικο πού τά τελευταῖα χρόνια στήν ἑλληνορθόδοξη παιδεία μας ἐπεκράτησε ἡ γνώμη τῶν ἀθέων ἱστορικῶν, ὅτι ὁ κλῆρος καί μάλιστα ὁ ἀνώτερος κλῆρος ἐλάχιστα βοήθησε, ἤ ἀπεδοκίμασε, ἤ ἀντιτάχθηκε σθεναρά στόν ἀγῶνα τοῦ ’21. Ὅλοι αὐτοί στηρίχθηκαν στόν Γιάννη Κορδάτο, ὁ ὁποῖος πολύ ἐπιπόλαια καί ἐπιτροχάδην ἐξέτασε τήν ἱστορία τῆς ἐπαναστάσεως, ἔβρισε τούς ἀρχιερεῖς καί ἔβγαλε τά συμπεράσματα πού ἤθελε. Ἄν αὐτή ἡ ἐθνική καί θρησκευτική ἐξέγερσις ἦταν ταξική, θά ἔπρεπε πτωχοί Τοῦρκοι καί Ἕλληνες νά πολεμήσουν ἐναντίον πλουσίων Ἑλλήνων καί Τούρκων. Δέν ἔγινε ὅμως ἔτσι. Καλό θά ἦταν νά γράφουμε καί νά διδάσκουμε ἱστορία, ὄχι ὑστερία. Ἡ ἐπανάστασις ἦταν ἑλληνορθόδοξη, ὄχι ταξική.
Ἀργότερα βέβαια ὁ ἴδιος ὁ Κορδάτος, ἐπηρεασμένος ἀπό τήν ἀντίστασι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐναντίον τῆς γερμανοϊταλοβουλγαρικῆς κατοχῆς, προσδιόρισε σωστά πώς ὁ ἀγώνας τοῦ ’21 ἦταν ξεσήκωμα ὁλοκλήρου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ . Ἀξίζει νά ποῦμε ἐδῶ πώς ὁ Γιάννης Κορδάτος εἶπε πώς ἡ Μακεδονία εἶναι ἑλληνική, καί γι’ αὐτό τό κόμμα του τόν διέγραψε. Ὁ Θεός νά μᾶς συγχωρήση ὅλους.
Ἄδικα ἐπίσης χαρακτήρισαν τόν ἱερομάρτυρα Γρηγόριο τόν Ε΄ ὡς προδότη τῆς Ἐπαναστάσεως. Ὁ Ἰ. Φιλήμων καί ὁ Ἐ. Ξάνθος μᾶς βεβαιώνουν πώς ὁ Ἰωάννης Φαρμάκης τό 1818 πῆγε στήν Ἱ. Μονή Ἰβήρων καί ἐνημέρωσε τόν Πατριάρχη Γρηγόριο περί τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, καί ὁ Πατριάρχης ἔδειξε εὐθύς μεγάλο ἐνθουσιασμό καί εὐχήθηκε ἀπό τήν καρδιά του, χωρίς νά γίνη μέλος τῆς Ἑταιρείας, γιά νά μή βρεθῆ τό ὄνομά του στά ἔγγραφα καί τήν πληρώσουν οἱ ἀθῶοι Ἕλληνες. Ἄν στηριχθοῦμε μόνο στόν ἀφορισμό τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου κατά τοῦ Ὑψηλάντη, θά βγάλουμε λάθος συμπεράσματα. Ὁ ἀφορισμός ἔγινε τυπικά, γιά νά προστατευθῆ ὁ Ἑλληνισμός τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί γενικά ὅλος ὁ Ἑλληνισμός, καί γιά νά μή ἀκολουθήσουν γενικές γενοκτονίες, ὅπως ἔγινε στήν Πελοπόννησο μετά τά Ὀρλωφικά. Ὅταν γενικεύτηκε ἡ ἐπανάστασις, δέν χρειάζονταν ἀφορισμοί. Ἐπίσης ὁ ἀφορισμός λύθηκε στό Πατριαρχεῖο τό ἴδιο βράδυ, σύμφωνα μέ ἔγκυρες πληροφορίες.
Ὁ Δέρκων Γρηγόριος καί ὁ ἀρχιγραμματεύς Ἀφθονίδης ἦσαν μέλη τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Ἐπίσης μέ πατριαρχικό ἔγγραφο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ε΄ κυκλοφοροῦσε ὁ Παπαφλέσσας στήν Πελοπόννησο, τάχα γιά νά φροντίση γιά τά πατριαρχικά Μετόχια, ἐνῶ ὁ ἀτρόμητος Παπαφλέσσας ξεσήκωνε ὅλη τήν Πελοπόννησο γιά ἐξέγερσι. Πολύ ἐνημερωτική εἶναι καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Πατριάρχου πρός τόν Ἠσαΐα Σαλώνων στίς 28 Δεκεμβρίου τοῦ 1820, στήν ὁποία ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ συνιστᾶ προσοχή καί ἐχεμύθια στήν προετοιμασία τοῦ ἀγώνα.
Δύο βασικά ἐρωτήματα θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά θέσω γιά τόν Ἑλληνισμό.
Πρῶτο ἐρώτημα: Γιατί ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά μείνουμε ὑπόδουλοι 400 χρόνια στούς Ὀθωμανούς; Γιατί τόσα πολλά χρόνια; Θά κάνω κάποιες σκέψεις, καί συγχωρῆστε μου τήν τόλμη. Τό 1054 τό σχίσμα μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ ἔγινε ὁριστικό. Λίγα χρόνια μετά, τό 1071, ἱδρύθηκε τό κράτος τῶν Σελτζουκιδῶν Τούρκων, τό ὁποῖο ἀργότερα κυρίευσαν οἱ ὀλιγάριθμοι Ὀθωμανοί Τοῦρκοι, ἐρχόμενοι ἀπό τά βάθη τῆς Ἀσίας. Ἀπό τότε μέχρι τό 1453 τό Βυζάντιο δεχόταν συνεχεῖς ἐπιθέσεις ἀπό τήν ἀνατολή, τή δύσι καί τόν βορρᾶ. Ἀπό τήν δύσι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀπό τήν ἀνατολή οἱ Τοῦρκοι, ἀπό τόν βορρᾶ οἱ σλαβικοί λαοί. Τέλος ὑποδουλωθήκαμε στούς Τούρκους. Οἱ Ἑνετοί ἔφυγαν ἀπό τήν Πελοπόννησο τό 1715, καί τό 1797 ἐκδιώχθηκαν καί ἀπό τά Ἑπτάνησα ἀπό τόν Ναπολέοντα. Τό 1815 ἀνέλαβαν οἱ Ἄγγλοι τήν Ἰόνια κυριαρχία, καί τέλος προσαρτήθηκαν στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα τό 1864. Μήπως λοιπόν ἡ θεία πρόνοια ἤθελε νά φύγουν τελείως οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, γιά νά μήν ἐπηρεάζουν τήν ‘Ορθόδοξη συνείδησι, καί κατόπιν νά ἀνδρωθῆ καί ὁ Ἑλληνισμός ἐναντίον τῶν Ὀθωμανῶν; Αὐτά μᾶς λέγουν καί ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, καί ὁ Μακρυγιάννης, ἀλλά καί ἡ γνωστή παροιμία πού εἰπώθηκε μετά τήν ἅλωσι καί ἀποδόθηκε στόν ἐθνομάρτυρα Λουκᾶ Νοταρᾶ, πώς καλύτερα νά βασιλεύη στήν Πόλι τουρκικό φέσι, παρά παπική τιάρα.
Δεύτερο ἐρώτημα: Γιατί μιά τόσο καλά ὀργανωμένη ἐπιστράτευσι, αὐτή τοῦ Ὑψηλάντη στή Μολδοβλαχία, ἀπέτυχε παταγωδῶς, χωρίς νά κάνη καμμιά σοβαρή μάχη, καί ἀντίθετα ὁ ἀγώνας πέτυχε στή νότια Ἑλλάδα μέ τά ψέμματα ἑνός ἐπαναστάτη παπᾶ, τοῦ γνωστοῦ Παπαφλέσσα; Εἶναι γνωστό πώς οἱ ἀγωνιστές δέν ἐνδιαφέρονταν μόνο γιά τή νότια Ἑλλάδα, ἀλλά γιά ὅλη τήν Ἑλλάδα καί γενικῶς γιά ὅλες τίς Βαλκανικές Χῶρες. Θά μποροῦσε νά ξεκινήση ἡ ἐπανάστασις ἀπό τή Μολδοβλαχία, καί σάν χιονοστιβάδα νά συμπαρασύρη ὅλα τά Βαλκάνια. Ὁ Βλαντιμηρέσκου μέ τούς Ρουμάνους ἦσαν στό πλευρό τοῦ Ὑψηλάντη, ἄσχετο ἄν στό τέλος πρόδωσαν τόν ἀγῶνα. Δύο χιλάδες Βούλγαροι περίμεναν στά σύνορά τους τούς ἐπαναστάτες γιά νά ἑνωθοῦν μαζί τους, καθώς καί Σέρβοι παρακινούμενοι ἀπό τόν Γεωργάκη Ὀλύμπιο. Τελικός στόχος ὅλων αὐτῶν ἦταν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Λέγει χαρακτηριστικά ὁ Κολοκοτρώνης στό λόγο του στήν Πνύκα: «Ἐάν αὐτή ἡ ὁμόνοια (τῶν Ἑλλήνων) ἐβαστοῦσε ἀκόμη δύο χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καί τήν Θεσσαλία καί τήν Μακεδονία, καί ἴσως ἐφθάναμεν καί ἕως τήν Κωνσταντινούπολη» . Ὁμοίως καί ὁ Σπυρίδων Τρικούπης ἀναφέρει ὅτι στίς 25 Μαρτίου, στήν ὀρκωμοσία τῶν ὁπλαρχηγῶν στήν Πάτρα ἀπό τόν Π. Π. Γερμανό, κάποιοι Ἕλληνες εὐχήθηκαν: «Καί στήν Πόλη, νά δώση ὁ Θεός» . Κι ὅμως αὐτό δέν ἔγινε, καλῶς ἤ κακῶς.
Βέβαια κάποιοι ἰσχυρίζονται πώς οἱ ξένες δυνάμεις, καί μάλιστα οἱ ἐχθροί τῆς Ἑλλάδος, θέλησαν τήν αὐτονομία, καί κατόπιν τήν ἀνεξαρτησία μόνο τῆς Πελοποννήσου, καί ὄχι ὅλων τῶν Βαλκανίων. Γενικά οἱ ξένες δυνάμεις δέν ἤθελαν ἐπ’ οὐδενί νά ἀναλάμψη τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, καί γι’ αὐτό τό πολέμησαν σφόδρα. Ὅμως γιατί ὁ Θεός δέν ἐπέτρεψε τότε, καί ἐπέτρεψε τήν ἀπελευθέρωσι τῶν Βαλκανίων ἕνα αἰῶνα μετά; Μήπως δέν ἦσαν ἕτοιμοι οἱ λαοί; Μήπως ἀπό τότε πιθανόν νά ξεσποῦσαν ἐθνικές ἀντεκδικήσεις, λεηλασίες καί ἐπεκτατικές βλέψεις τῶν βορείων βαλκανικῶν χωρῶν πρός τό Αἰγαῖο Πέλαγος, ὅπως συμβαίνει σήμερα; Καί μήπως ὁ τότε βασιλεύς Ὄθωνας ἔκλεινε ὅλα τά ἑλληνικά μοναστήρια, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως ἔκανε στήν κάτω Ἑλλάδα, καί γινόταν ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης; Ἄς μήν ξεχνοῦμε πώς καί οἱ Γερμανοί ἔκαναν τούς δύο παγκοσμίους πολέμους, γιά νά κυριεύσουν τήν Θεσσαλονίκη, καί νά ἔχουν πρόσβασι στίς ἑλληνικές θάλασσες καί στήν ἀνατολή. Φαίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων πώς ἡ θεία πρόνοια ἐργάζεται καί κατευθύνει τά πράγματα πρός τό συμφέρον μας, ἔστω κι ἄν ἐμεῖς δέν τό καταλαβαίνουμε, ἤ μᾶλλον τό καταλαβαίνουμε ἐκ τῶν ὑστέρων.
Ὕστερα ἀπό ὅλα αὐτά, στίς 25 Μαρτίου ἑορτάζουμε τό κοσμοχαρμόσυνο γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, δηλαδή τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Θεῖο θέλημα ἦταν καί εἶναι, μαζί μέ τό «Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην» νά ἑορτάζουμε καί τήν ἐπέτειο τῆς ἑλληνορθόδοξης ἀνεξαρτησίας. Νά θυμηθοῦμε καί νά μνημονεύσουμε ὅλους ἐκείνους τούς θαρραλέους καί γενναίους προγόνους μας πού ἔχυσαν τόν αἷμα τους, γιά νά ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι Ἕλληνες καί νά λατρεύουμε τόν Τριαδικό Θεό μας «ὀρθοδόξως καί ἀνατολικῶς» , καθώς λέει ὁ Μακρυγιάννης. Θυσιάστηκαν, ἐξανδραποδίστηκαν, βασανίστηκαν καί πέθαναν ἕνα ἑκατομμύριο Ἕλληνες, γιά νά ἐλευθερωθοῦν τότε ἑπτακόσιες χιλάδες! Φοβερό ποσοστό, πρωτοφανές!
Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 σχεδιαζόταν νά γίνη μετά τό Πάσχα, ἀλλά ἐπειδή οἱ Τοῦρκοι μάζευαν τούς ἀρχιερεῖς, τούς προεστούς καί τούς δημογέροντες στήν Τρίπολι, ἐπισπεύθηκε ἡ ἔκρηξις. Ἤδη ἀπό τίς 18 Μαρτίου κάποιοι ἔκλεβαν τούς φόρους, γιά νά ὑποψιαστοῦν οἱ Τοῦρκοι τά γεγονότα. Ἔτσι ὁ Παπαφλέσσας ἔστειλε τόν Νικόλαο Σουλιώτη νά σκοτώση τούς γυφτοχαρατζῆδες καί νά ἀφήση κάποιον πού θά μαρτυρήση τήν ἐπανάστασι στούς Τούρκους τῆς Τριπόλεως. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο κατόρθωσε νά “ξεκαμπίση” τόν Π. Π. Γερμανό καί τούς προκρίτους, Λόντο, Ζαΐμη, Πετμεζάδες, Δεληγιάννη καί Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ὁ Δεληγιάννης στίς 18 Μαρτίου φονεύει 70 Τούρκους στά Λαγκάδια, καί εἰδοποιεῖ τούς Ἀχαιούς καί τούς Μανιάτες νά ξεκινήσουν τήν ἐπανάστασι. Ἐκεῖνες τίς μέρες ὁ Πλαπούτας στρατολογεῖ παλληκάρια στή Δημητσάνα. 22 Μαρτίου ὁ Λόντος σηκώνει σημαία ἑλληνική στό Αἴγιο, 23 Μαρτίου ὁ Πετρόμπεης στήν Καλαμάτα, 25 Μαρτίου ὁ Π. Π. Γερμανός στήν Πάτρα. Περί τήν 1η Ἀπριλίου ξεσηκώνεται καί ἡ Ἄμφισσα, καί τελευταία ἡ Ὕδρα 16 Ἀπριλίου. Ὅλες αὐτές οἱ τοπικές ἐξεγέρσεις ἔχουν ὡς κέντρο τήν 25η Μαρτίου, ὅπου καί ἡ ἐθνικοθρησκευτική μας ἑορτή.
***
Σήμερα ὅλα αὐτά τά γεγονότα κοντεύουμε νά τά ξεχάσουμε. Ἔχουμε τόσο πολύ ἐπηρεαστῆ καί ἀποχαυνωθῆ ἀπό τήν γενική κρίσι, πού σπεύδουμε νά ἐξασφαλίσουμε τόν ἐπιούσιο ἄρτο, ἀγνοώντας ὅλα ἐκεῖνα πού συνέβησαν στήν πατρίδα μας, γιά νά μποροῦμε ἐμεῖς σήμερα νά ζοῦμε ἐλεύθεροι πολίτες. Δυστυχῶς, γίναμε πάλι ὑπόδουλοι, ὄχι μόνο στούς Τούρκους, ἀλλά κυρίως στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωσι, στίς μυστικές δυνάμεις τῆς Ἀγγλίας καί τῆς Ἀμερικῆς, καί γενικά σέ ὅλους αὐτούς τούς σατανολάτρες πού κινοῦν τά νήματα τοῦ κόσμου πίσω ἀπό αὐτές τίς χῶρες. Μήν πῆς πώς εἶσαι Ὀρθόδοξος, πρέπει νά γίνης οἰκουμενιστής. Μήν πῆς πώς εἶσαι Ἕλληνας, εἶσαι σωβινιστής καί φασίστας. Μήν πῆς πώς εἶσαι ἄνθρωπος, ἀνήκεις στό ζαλισμένο κοπάδι. Μή φωνάξης, θά σέ πνίξουμε στά καπνογόνα. Μήν κλάψης, θά σοῦ ρίξουμε δακρυγόνα. Τά πάντα κόβονται καί ράβονται στά μέτρα τῶν τραπεζῶν, τοῦ πετρελαίου καί τῆς παγκοσμιοποίησης.
Σέ παγκόσμιο πεδίο ἔχουμε μεταναστεύσεις λαῶν, καταπίεσι, ψεύδη καί παραπληροφόρησι στά ΜΜΕ, κρίσι, πεῖνα, ἀνεργία, ἀρρώστειες, πολέμους κατά τόπους, ἀπειλές καί ἀξιώσεις τῶν δυνατῶν τῆς γῆς, γενικῶς ἡμέρες ἀποκαλυπτικές. Τά τελευταῖα χρόνια παγκοσμίως περάσαμε καί περνᾶμε ἀπό τό κόσκινο τοῦ κορωνοϊοῦ, τά ποικίλα ἐμβόλια, τίς συγκρούσεις καί τίς διχογνωμίες σέ οἰκογενειακό, ἐθνικό καί παγκόσμιο ἐπίπεδο, τίς μετοικίσεις, τή σύγχυσι καί τόν πανικό γιά τό ἀβέβαιο μέλλον ὑπό τήν ἀπειλή ἑνός παγκοσμίου πολέμου.
Τό εὐλογημένο ἑλληνικό ἔθνος μας διαρκῶς συρρικνώνεται, οἱ νόμοι παραβιάζονται, ὁ ἐλεύθερος πολίτης, ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας καί οἱ ἀρχές τῆς δημοκρατίας συνθλίβονται χάριν τῶν συμφερόντων τῆς μειοψηφίας, ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ὀρθοδοξία διώκονται, ἡ ὀρθή πίστις ἀπειλεῖται κάτω ἀπό τή μπότα τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, πιθανόν σχίσμα στήν καρδιά τῆς Ἐκκλησίας χαροποιεῖ τούς ἐχθρούς της, καί ὁ κίνδυνος ἐγγύς, ἐθνικός, πνευματικός καί παγκόσμιος. Τί μέλλει γενέσθαι; Ποῦ θά καταλήξουμε; Ποῦ ἕνας Προφήτης Ἱερεμίας, γιά νά θρηνήση τήν ἅλωσι τῆς Ἱερουσαλήμ, τῶν ψυχῶν μας καί τῆς πίστεως;
Νομίζω οἱ ἐθνομάρτυρες καί οἱ νεομάρτυρες, οἱ ἥρωες καί οἱ ἀγωνιστές τοῦ ’21, τοῦ ’12 καί τοῦ ’40 μᾶς κατευθύνουν σωστά: Μοναδική μας ἐλπίδα εἶναι ὁ Θεός. Ἀπό ἐκεῖνον πλέον περιμένουμε τή δικαίωσι, γιά μιά ἀναστημένη Ἑλλάδα, γιά τήν ἀναστημένη μας πίστι.
Μέ βαθειά πίστι, πνεῦμα ταπεινώσεως καί συντριβή καρδιᾶς νά προστρέξουμε στόν Κύριο τῆς δόξης, καί ὁ Κύριος ἐγγύς. Δέν θά μᾶς ἀφήση. Τά τελευταῖα χρόνια μᾶς χάρισε πολλούς Ἁγίους πού πρεσβεύουν, μᾶς παρηγοροῦν καί μᾶς ἐνθαρρύνουν. «Μετά τή μπόρα τή δαιμονική, θἄρθη ἡ λιακάδα ἡ θεϊκή». Ἀμήν! Γένοιτο!

Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος Γρηγοριάτης
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
1 Νοεμβρίου 2021
Ἑορτή τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γιάννη Κορδάτου, Ὁ Ρήγας Φεραῖος καί ἡ ἐποχή του, ΑΘΗΝΑ (1931), σελ. 54.

[2] Λόγος τοῦ Κολοκοτρώνη στήν Πνύκα, ἐν: Γεωργίου Τερτσέτη, Ἅπαντα, τ. Α΄, ΑΘΗΝΑ (1958), σελ. 282.

[3] Ρητά τοῦ Γέρου Κολοκοτρώνη ἤ ἔργα του κατά παράδοσιν, ἐν: Γεωργίου Τερτσέτη, Ἅπαντα, τ. Α΄, ΑΘΗΝΑ (1958), σελ. 225.

[4] Ἀποστόλου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (1980), σελ.44.

[5] Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ἀπομνημονεύματα, Εἰσαγωγή Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἐκδ. “ΜΠΑΫΡΟΝ”, ΑΘΗΝΑ (1977), σελ. 237.

[6] Δημητρίου Αἰνιᾶνος, Ἀπομνημονεύματα, Ἐκδ. Οἴκος Γ. Τσουκαλᾶ “ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ”, ΑΘΗΝΑ (1956), σελ. 14-15.

[7] Συναξαριστής Νεομαρτύρων, Ἐκδ. “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (1996), σελ. 104-107.

[8] Ἰω. Φιλήμονος, Δοκίμιον Ἱστορικόν περί τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, ΝΑΥΠΛΙΟΝ (1834), Προλεγόμενα, σελ. θ΄.

[9] Φ. Πουκεβίλ, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Μετάφρασις Ξενοφῶντος Ζυγούρα, ΑΘΗΝΑ (1890), τ. Α΄, σελ. 85-86, 136, 189-190. Τ. Β΄, σελ. 206-208, 235-237, 280, 288. Τ. Γ΄, σελ. 110, 301-302. Τ. Δ΄, σελ. 262-263. Βλ. ἐπίσης Ἀποστόλου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. ΣΤ΄, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (1982),σελ. 946-947.

[10] Βλ. Ἀποστόλου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. ΣΤ΄, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (1982), σελ. 948.

[11] Ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 946-958.

[12] Βλ. Ἀποστόλου Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τ. Ε΄, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (1980), σελ. 49-50.

[13] Γεωργίου Τερτσέτη, Ἅπαντα, τ. Α΄, Λόγος τοῦ Κολοκοτρώνη στήν Πνύκα, ΑΘΗΝΑ (1958), σελ. 281.

[14] Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ἔκδ. Β΄, τ. Α΄, Λονδίνο (1860), σελ. 62.

[15] Μηναῖον, 25 Μαρτίου, Ὄρθρος, Ὠδή θ΄.

[16] Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, Ἀπομνημονεύματα, Εἰσαγωγή Γιάννη Βλαχογιάννη, Ἐκδ. “ΜΠΑΫΡΟΝ”, ΑΘΗΝΑ (1977), σελ. 479.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>