• “Μὲ τόση χαμηλὴ φωνὴ σὰν νὰ μίλαγε στὸν ἑαυτό του, μᾶς ἀνάγγειλε τὴν πτώση τῆς Θεσσαλονίκης”

  • Ἡ θυσία τοῦ Δημήτρη Ἴτσιου

Ὀγδόντα χρόνια κλείνουν ἀπὸ τὴν ἐπίθεση τῆς ναζιστικῆς Γερμανίας κατὰ τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας, στὶς 6 Ἀπριλίου 1941. Ἡ φιλοναζιστικὴ κυβέρνηση τῆς Γιουγκοσλαβίας ἀνατράπηκε στὶς 27 Μαρτίου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναπτερωθοῦν οἱ ἐλπίδες τῶν Ἑλλήνων ὅτι μὲ τὴ βοήθεια τῆς Μ. Βρετανίας θὰ ἀντιμετώπιζαν καὶ τὴν ἐπικείμενη γερμανική ἐπίθεση. Ὁ Ἀμερικανὸς Πρόεδρος Ροῦζβελτ εἶχε περάσει τὸ νόμο “περὶ ἐκμισθώσεως καὶ δανεισμοῦ” (Lend and lease) μὲ τὸν ὁποῖο καὶ ἡ Ἑλλάδα μποροῦσε νὰ προμηθευτεῖ στρατιωτικὸ ὑλικὸ καὶ νὰ καλύψει τὶς ἐλλείψεις της. Οἱ ἐλπίδες ἀνατράπηκαν, γιατὶ ὁ λεγόμενος “κεραυνοβόλος πόλεμος” τῶν Γερμανῶν προκάλεσε τὴν κατάρρευση τῆς γιουγκοσλαβικῆς ἄμυνας, τὴν παράκαμψη τῶν ὀχυρῶν τῆς ἑλληνοβουλγαρικῆς μεθορίου καὶ τὴν κατάληψη τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὴ “Βέρμαχτ” στὶς 9 Ἀπριλίου.    

Ἡ πτώση τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴ συνθηκολόγηση τῶν ὀχυρῶν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, ποὺ εἶχαν πιὰ περικυκλωθεῖ. Οἱ Γερμανοὶ εἶχαν ἀποτύχει νὰ τὰ διασπάσουν, ἀφοῦ οἱ ὑπερασπιστές τους εἶχαν ἀμυνθεῖ μὲ τὸν ἴδιο ἡρωισμὸ τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου.

Ἡ θυσία τοῦ λοχία Δημήτρη Ἴτσιου (ΦΩΤΟ) εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐπεισόδιο αὐτῆς τῆς φάσης τοῦ ἀγώνα. Ἀντιστάθηκε στὸ πολυβολεῖο του γιὰ νὰ καλύψει τὴν ὑποχώρηση τῶν συντρόφων του, προκαλώντας μεγάλη φθορὰ στοὺς ἐπιτιθέμενους Γερμανούς, διακόσιοι πενήντα ἀπὸ τοὺς ὁποίους σκοτώθηκαν. Γιὰ τὸ θἀνατό του ὑπάρχουν δύο ἐκδοχές: Ἡ μία ποὺ δημοσιεύσαμε πέρσι, ὅτι παραδόθηκε καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκτελέσθηκε ἐν ψυχρῶ ἀπὸ τοὺς Γερμανούς. Ἡ ἄλλη μὲ βάση μαρτυρίαὅτι μόλις ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ ἀντίσταση δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ παραταθεῖ, βγῆκε ἀπὸ τὸ ππολυβολεῖο καὶ ἐπιτέθηκε ὁ ἴδιος στοὺς Γερμανοὺς μὲ μία ἀραβίδα καὶ ἔπεσε μαχόμενος, χωρὶς νὰ παραδοθεῖ. Πρέπει ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα νὰ ξεκαθαρίσει ἕνα τόσο σημαντικὸ ἐπεισόδιο τοῦ ἀντιναζιστικοῦ ἀγώνα τοῦ λαοῦ μας.

Στὸ ἀλβανικὸ μέτωπο

Στὸ ἀλβανικὸ μέτωπο, ὁ συγγραφέας Γιάννης Μπεράτης, ἄριστος γνώστης τῆς ἰταλικῆς γλώσσας, μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του συνέτασσε καὶ ἐκφωνοῦσε μὲ μεγάφωνα στὴν πρώτη γραμμή, προπαγανδιστικὰ κείμενα στὴν ἰταλικὴ γλώσσα, ἀπευθυνόμενα στοὺς Ἰταλούς. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ μαρτυρία του μέσα ἀπὸ ΄τὸ βιβλίο του “Πλατὺ Ποτάμι”:

Ἔπαιρνα ἐγὼ τὰ τηλεφωνήματα, γιατί  λέει,  τὰ γράφω γρήγορα κ’ εἶμαι κι ὁ πιὸ ὁ ἐνδιαφερόμενος. Ἀλήθεια, τώρα τελευταῖα, κι ἔτσι, ἀπανωτά, ἤτανε περίφημες οἱ εἰδήσεις γιὰ τὰ προπαγανδιστικά μου ἄρθρα. Ὁ νόμος τοῦ Ροῦζβελτ, ἡ ἐκμηδένιση τοῦ ἰταλικοῦ στόλου στὴ Μεσόγειο καὶ – ναί! ναί! ἀκούω!-ἡ ἐπανάσταση στὴ Γιουγκοσλαβία. Ὅλοι μας φωνάζαμε, χειρονομούσαμε, γελάγαμε σὰν παιδιά. Τώρα πιὰ οἱ Ἰταλοί εἶναι γερὰ μές στὴ φάκα. Ἀνοίγαμε τοὺς χάρτες, ὁ ἕνας ἔδειχνε ἐδῶ, ἔδειχνε ἐκεῖ. Τὴν ἴδια νύχτα πῆρα τηλεφώνημα νὰ τοιμάσουμε ψυχολογικὰ τοὺς ἄντρες γιὰ γενικὴ ἐπίθεση. Ναί…κι ἀκριβῶς, μὰ ἀκριβῶς τὴν ἄλλη μέρα, μάθαμε γιὰ τὴ Γερμανία καὶ τὸ Μακεδονικό. Ὅλοι σφίξαν τὰ δόντια καὶ τὶς γροθιές.

Στίς 9 Ἀπριλίου τὸ βράδυ ἔλαβα τηλεφωνικὴ διαταγὴ ἀπ’ τὸ Σῶμα νὰ ξεκινήσω ἀμέσως γιὰ τὸ Μπαντλόνι -καὶ τὰ μηχανήματα γιὰ περισσότερη ἀσφάλεια, νὰ τραβήξουν κατ’ εὐθείαν στὰ Γιάννενα. Ἄρχισα νὰ καταλαβαίνω. Κι ἀπ’ ὅλες τὶς μετακινήσεις ποὺ εἶδα στὸ δρόμο μου, πείστηκα πῶς ἡ διαταγὴ γιὰ τὴ γενικὴ σύμπτυξη -κι ἂς μὴ ὁμολογιότανε ἀκόμη- οὐσιαστικὰ εἶχε πιὰ δοθεῖ. Δὲν ἤξερες τί νὰ πεῖς καὶ τί νὰ σκεφτεῖς. Ὅλα εἶχα ἀναποδογυριστεῖ τόσο ἀπότομα! 

Ὄταν ἔφτασα στὸ Μπαντλόνι, βρῆκα δύὸ γράμματα τῆς Μητέρας μου, κι ἕνα τοῦ Πατέρα μου, ἀπ΄ τὴν Ἀθήνα.

Στὸ πρῶτο ἡ Μητέρα μου ἔγραφε:

“Παιδί μου ἀγαπημένο. Ἡ Γερμανία μᾶς ἐκήρυξε σήμερον τὸν πόλεμον. Ὁ Θεὸς κ’ ἡ Παναγία μαζί μας, παίδί μου… Ὁ κόσμος ἐξεχύθη εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἐφώναξε: Θὰ πολεμήσωμε, θὰ νικήσωμε. Ἡ Παναγία δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψη.”

Καὶ στὸ δεύτερο:

“Σήμερον μὲ τὸν Μπαμπά ἐπήγαμεν είς τὴν ἐκκλησίαν. Ἦσαν οἱ Χαιρετισμοί. Παρεκάλεσα τὴν Παναγία νὰ σὲ φυλάη, παιδί μου. Πολὺς κόσμος ἦτο, ὁ ὁποῖος εὐλαβικὰ προσηύχετο.” 

Καὶ σ’ ἕνα πορτοκαλὶ ἐπιστολικὸ δελτάριο, ἀπὸ κεῖνα πού ‘ χανε τυπωμένη στὴ μιά τους ἄκρη τὴν Παναγία μὲ τὸ Βρέφος ὁ πατέρας μου μοῦ ‘γραφε:

“Σοῦ εὔχομαι τὴν ἐρχομένην Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐορτάσωμεν τὴν νίκην τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐναντίον τῆς βαρβαρότητος καὶ τοῦ σκότους”. 

Εἶχα ἀποτρβηχτεῖ μακριὰ ἀπ΄ τοὺς ἄλλους καὶ τὰ διάβαζα καὶ τὰ ξαναδιάβαζα αὐτὰ τὰ γράμματα πού, δὲν ξέρω γιατί, μοῦ θυμίζανε τόσο πολὺ τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ἀγωνίας τοῦ Βυζαντίου (…)

Δὲν ξέραμε καθόλου καλά τί γίνεται στὸ Μακεδονικό, μὰ κι ὁ πιὸ ἀνίδεος ἀπὸ στρατηγικὴ καταλάβαινε πὼς ἡ τωρινή μας παράταξη στὴν Ἀλβανία δὲν ἦταν πιὰ δυνατὸν νὰ διατηρηθεῖ κι ὅτι, ὁπωσδήποτε, θὰ γινόταν κάποια σύμπτυξη καὶ κάποια νέα διαμόρφωση τοῦ Μετώπου.

Ἦταν βραδάκι, θυμᾶμαι, κ’ εἴχαμε ἀνάψει τὴ λάμπα, ὅταν ὁ Κρικέλης, ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ Τρίτου Γραφείου Ἐπιχειρήσεων, ἄνοιξε ἀργὰ τὴν πόρτα, κοντοστάθηκε, μᾶς τύλιξε, ἐμᾶς τοὺς πεντ’ ἕξι ποὺ καθόμαστε γύρω ἀπ’ τὸ τραπέζι , μ’ ἕνα βαρὺ βλέμμα, κούνησε τὸ κεφάλι του, καὶ μὲ τόση χαμηλὴ φωνὴ σὰ νὰ μίλαγε στὸν ἑαυτό του, μᾶς ἀνάγγειλε τὴν πτώση τῆς Θεσσαλονίκης.”   

Γεγονός παραμένει ὅτι ἡ τότε πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἡγεσία δὲν εἶχε προετοιμάσει -οὔτε μὲ ἐπιτελικὰ σχέδια, οὔτε ψυχολογικὰ τὸ στρατὸ γιὰ σύμπτυξη καὶ ἀντίσταση νοτιότερα, προκειμένου νὰ γίνει κάποια ἀπόπειρα νὰ ἀποφευχθεῖ  ἡ ὁλοκληρωτικὴ κατοχὴ τῆς χώρας.

Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Γιάννης Μπεράτης στὴ συνέχεια, ἀφοῦ μὲ ἕνα συνάδελφό του ἀγόρασαν ἀπὸ μία μποτίλια κονιὰκ γιὰ νὰ συνέλθουν ἀπὸ τὴν εἴδηση: “Τὸ μόνο ποὺ ἔνιωθες ἦταν πὼς εἶσαι σὰν χαμένος, πὼς ζεῖς σ’ ἕνα κενό. Πὼς ὁ σκοπός σου  ποὺ σὲ συγκράταγε τόσο καιρό, ἄξαφνα δὲν ὑπάρχει.”  

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>