Αδίκως, νομίζω, πανηγυρίζουν μερικοί με την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Χώρας, δεν ακύρωσε μόνο τα σχετικά προεδρικά διατάγματα με την υπογραφή Γαβρόγλου, αλλά και το ίδιο το μάθημα των θρωσκευτικών. Ακυρώνει επίσης τον ίδιο του το ρόλο ως υπερασπιστή και ερμηνευτή του ισχύοντος Συντάγματος. Και ιδού γιατί.

Το Σύνταγμα, ως γνωστόν, στο άρθρο 16, παράγραφος 2 ορίζει «την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης». Αυτός είναι ένας απο τους στόχους της παιδείας. Όπως μπορεί κανείς εύκολα να εννοήσει, το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται μόνο στα θρησκευτικά, αλλά και σε άλλα μαθήματα, όπως η Γλώσσα, η Ιστορία, η Αγωγή του Πολίτη, η Γεωγραφία πιθανόν, αλλά και ευρύτερα στην εκπαιδευτική πράξη. Φερ’ ειπείν, στον εκκλησιασμό, στον αγιασμό, στις εικόνες και τα εθνικά σύμβολα στα σχολεία, στις σχολικές εορτές κ.λπ. Τα οποία, όλα αυτά, αφορούν στη γενική παιδεία και άρα είναι υποχρεωτικά για όλους τους μαθητές. Δεν μπορεί, ας πούμε, ένας μαθητής αφρικανικής καταγωγής να δηλώσει ότι δεν παρακολουθεί ελληνικά, γιατί η μητρική του γλώσσα είναι τα σουαχίλι, ούτε μπορεί να εξαιρεθεί του μαθήματος της ελληνικής ιστορίας, επειδή δεν αφορά την ιστορία της χώρας καταγωγής των γονέων του κ.τ.ό. Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να απαλλαχθεί από το μάθημα των θρησκευτικών, το οποίο έως σήμερα είναι ένα μάθημα γενικής παιδείας και υποχρεωτικό. Σωστά;

Το ΣτΕ όμως έκρινε αλλιώς, αφού πρώτα ανέλαβε ρόλο Ιεράς Συνόδου, και αποφάνθηκε ότι τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών πραγματεύονται στοιχεία που «είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα (!) με την ορθόδοξη διδασκαλία», πράγμα που μόνη αρμόδια να κρίνει, σύμφωνα πάλι με το Σύνταγμα, είναι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έπειτα, το ΣτΕ ανέλαβε ρόλο αναθεωρητή του Συντάγματος (παρ)ερμηνεύοντας το παραπάνω άρθρο, δεχόμενο ότι το μάθημε πρέπει να έχει ρόλο κατήχησης! Από ποιο συνταγματικό κείμενο προκύπτει αυτό; Θυμίζω ότι η Κατήχηση είναι μία από τις κυριώτερες λειτουργίες του εκκλησιαστικού έργου, τόσο σημαντική μάλιστα, που οι ιεροί κανόνες την αναθέτουν στην ευθύνη του επισκόπου – είναι κύριο έργο του επισκόπου για την ακρίβεια.

Με αυτή την αναθεωρητική ερμηνεία του Συντάγματος, το ΣτΕ, επικαλούμενο το άρθρο 13, παράγραφος 1, περί θρησκευτικής ελευθερίας, κρίνει εν τέλει ότι το μάθημα παύει να είναι μάθημα γενικής παιδείας –αφού είναι κατηχητικό– και πρέπει να είναι μάθημα προαιρετικό! Έτσι, φτάνει μέχρι τις κλίμακες του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και, ως και ανώτατος παιδαγωγός προφανώς, προτείνει την εισαγωγή άλλου μαθήματος –αντιστοίχως κατηχητικού άλλης θρησκείας;– για να μην εκλαμβάνεται η ώρα ως κενή από τους προαιρετικά απαλλαχθέντες. Εδώ ερχόμαστε σε μια άλλη αντίθεση, που δεν απασχολεί ως φαίνεται τους ανώτατους δικαστές, αυτή τη φορά με το άρθρο 3 (της θρησκείας), όπου ρητά ορίζεται ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού», άρθρο που δεν έχει (ακόμα) αναθεωρηθεί.

Μέσα σε αυτή την μάλλον τραγελαφική (παρ)ερμηνεία του Συντάγματος, η σχετική απόφαση συστοιχίζεται με έκείνη της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για την απαγόρευση αναγραφής του θρησκεύματος –και της ιθαγένειας, θυμίζω– στα σχολικά έγγραφα. Άρα, η απόφαση είναι και με τους εγκαλούντες θεολόγους (ΠΕΘ) και με τον Ένωση Αθέων, σε μια μάλλον νεοεποχίτικη κατεύθυνση, πάντως αντίθετη στο γράμμα και στο πνεύμα του ελληνικού Συντάγματος που ορίζει σαφώς ότι σκοπός της παιδείας στο ελληνικό σχολείο είναι «η ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης». Φαντάζομαι ουδείς εχέφρων πολίτης αυτής της Χώρας ερμηνεύει την φράση αυτή ως «ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης της χώρας καταγωγής του κάθε μαθητή» ή «την ανάπτυξη της βουδιστικής, ισλαμικής ή άλλης θρησκευτικής (του) συνείδησης».

 

Κωνσταντίνος Μπλάθρας

Δημοσιεύτηκε στη «Χριστιανική», φ. 1042, 3/10/2019

 

Σημείωση:

α) Τα όσα γράφονται παραπάνω δεν σημαίνουν ότι όλα έχουν καλώς με τα νέα προγράμματα σπουδών και τους φακέλλους του μαθήματος θρησκευτικών που προκύπτουν από αυτά. Υπάρχουν αρμοδιότεροι για να κρίνουν την επάρκεια ή την ανεπάρκειά τους, οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί προφανώς, αλλά και θεσμικοί φορείς όπως η Ιερά Σύνοδος, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, οι Ενώσεις Θεολόγων, η ΟΛΜΕ κ.λπ. Πάντως όχι τα δικαστήρια…

β) και σπουδαιότερο: Στο πνεύμα του ΣτΕ και των εγκαλούντων, θεολόγων ή αθέων συνάμα, ακόμα και σε μερίδα των ιθυνόντων στο υπουργείο Παιδείας, μοιάζει να έχει ριζώσει μια ουσιώδης παραχάραξη, σχετικά με τη «θρησκευτική συνείδηση»· ότι δηλαδή το θρησκεύειν είναι υπόθεση ιδιωτική! Αλλά, στην ελληνική παράδοση, στην αρχαία, στη χριστιανική, στη σύγχρονη αυτοσυνειδησία μας ακόμα, η λατρεία είναι πράξη δημόσια και συνακόλουθα η(οι) θρησκεία(ες) είναι μέρος της δημόσιας ζωής. Αυτήν την ιστορική συνείδηση του ελληνικού λαού, με όσες στρεβλώσεις έχουν υπάρξει ως σήμερα, εκφράζει ο συνταγματικός νομοθέτης στα πιο πάνω άρθρα του ισχύοντος Συντάγματος.

Ενδεχομένως, η συνείδησή μας να έχει μετατοπιστεί και να συμφωνεί με το πιο πάνω πνεύμα των ιθυνόντων. Εάν αυτό σύμβαίνει, τότε θα πρέπει να διαβουλευτούμε και –προκειμένου περί του Συντάγματος– να θέσουμε σε ψήφο, αν τα συνταγματικά μας κείμενα θα πρέπει να συμμορφωθούν με αυτή την (καινοφανή) συνείδηση. Μέχρι τότε όμως, οφείλουμε να σεβόμαστε και το γράμμα και το πνεύμα, όσον αφορά στις σχετικές διατάξεις, του ισχύοντος Συντάγματος. Εάν θέλουμε Δημοκρατία…

 

Κ. Μ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>