του Γιώργου Ιατρού
Μετά την σκληρή και βαθιά συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα της Ελλάδας, η οποία έλαβε χώρα με άμεσες
εντολές αντεθνικών κέντρων ήρθε, πιστεύω, πια η ώρα για να μελετήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο των πραγματικών επενδύσεων
σε προϊόντα γεωργικής κτηνοτροφικής και βιομηχανικής προέλευσης.
Ο πρωτογενής τομέας αν και θα μπορούσε να αποτελεί έναν σημαντικό πυλώνα της οικονομίας αντί αυτού έχει μετατραπεί σε ένα είδος επαιτείας ευρωπαϊκών επιδοτήσεων εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μεσάζοντες και υποτιθέμενους συνεταιρισμούς οι οποίοι είναι ελεγχόμενοι σχεδόν σε απόλυτο βαθμό από ανθρώπους που ελέγχονται πλήρως από εταιρείες ή από το ίδιον όφελος.
Ο μηδενικός έλεγχος από την μεριά του κράτους προκειμένου να αποτρέψει τυχόν τυχοδιώκτες, όπως και η προώθηση συγκεκριμένων γεωργικών και κτηνοτροφικών επιλογών κατέστησε αυτούς τους τομείς της χώρας ανίκανους όχι μόνο να κάνουν εξαγωγές αλλά ακόμα και αν αυτές γίνονται, αυτό να συμβαίνει με το μικρότερο δυνατό κέρδος για τους αγρότες και άρα για την χώρα. Φυσικά για σεισάχθεια ούτε λόγος καθώς οι εισαγωγές σχεδόν σε όλα τα προϊόντα αφήνουν, δεκαετίες τώρα, αρνητικό ισοζύγιο για την χώρα .
Μια γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή η οποία πρέπει να ελεγχθεί ,να εκσυγχρονιστεί και να προσαρμοστεί ούτως ώστε να μπορέσει να αποφέρει καρπούς όχι μόνο προκειμένου να είμαστε αυτόνομοι αλλά και για να μπορέσουμε να αντιστρέψουμε το αρνητικό ισοζύγιο.
Σε αντίθεση με τον αργό αλλά σταθερό μαρασμό του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας ο δευτερογενής είχε απότομο, βίαιο και σε
πολλές περιπτώσεις αποτρόπαιο θάνατο!
Ο δευτερογενής τομέας της Ελλάδας λοιπόν, ένας τομέας στον οποίο έδρασαν ουκ ολίγα άτομα προερχόμενα από αμφιλεγόμενο
παρελθόν, εκμεταλλευτές του χειρίστου είδους αλλά και λίγοι με όραμα για το μέλλον, όχι μόνο της επιχείρησης τους αλλά και για την ίδια την Ελλάδα. Φυσικά κανένας τους δεν κατάφερε να περάσει την λαίλαπα του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ξενομανίας της δεκαετίας του 80 και του 90 .
Το τι ακριβώς έγινε στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει αναπτυχθεί από πολλές πλευρές και πένες τα προηγούμενα χρόνια και θα προτιμήσω να μην το αναπτύξω περαιτέρω. Το μόνο που θα επισημάνω είναι ότι όπως φαίνεται, δεκαετίες μετά ,υπήρξε συντονισμένο σχέδιο ακραίας αποβιομηχανοποίησης της χώρας .
Πλέον νομίζω πως ήρθε η ώρα να μελετήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο των πραγματικών επενδύσεων σε αυτόν τον τομέα .
Επενδύσεις με βλέμμα στο μέλλον, στοχευμένες και εξελιγμένες τεχνολογικά και βασισμένες στην εκάστοτε περιοχή αλλά και την από αρκετές πλευρές πλεονεκτική γεωγραφική θέση της Ελλάδας γενικότερα.
Ο ταλαιπωρημένος δευτερογενής τομέας φυσικά δεν θα μπορέσει ούτε να είναι ανταγωνιστικός αλλά ούτε καν προσοδοφόρος, εάν οι άνθρωποι που θα εμπλακούν ενεργά σε αυτόν δεν συνεργαστούν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι που θα τις κάνουν θα πρέπει να λειτουργούν ανεξέλεγκτα ή να θεωρούνται υπεράνω όλων. Αλλά
αρωγοί σε μια μεγαλύτερη προσπάθεια η οποία δεν θα αφορά αποκλειστικά αυτούς ή όσους συνεργάζονται με αυτούς, αλλά ολόκληρη
την Ελλάδα .
Οτιδήποτε έχει αναφερθεί έως τώρα φυσικά μοιάζει αδύνατο και ίσως είναι με τα σημερινά δεδομένα. Ο εγωισμός και ο ωχαδερφισμός
έχουν γίνει βασικά στοιχεία των σημερινών ανθρώπων που κατοικούν σε αυτή την ταλαίπωρη μεριά του κόσμου. Είναι απαραίτητο
όμως να θυμηθούμε κάποιες κοιμισμένες πτυχές μας. Δεν μας πρέπει. Σαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι έχουμε χρέος να βοηθάμε ο ένας
τον άλλον, έχουμε χρέος να είμαστε τίμιοι, έχουμε χρέος να προσπαθούμε για το καλύτερο για όλους. Όμως το μεγαλύτερο χρέος και
υποχρέωση και ανάγκη και καύχημα και χαρά και ελπίδα και στήριγμα είναι η προσευχή. Σε αυτήν πρέπει να βασίζεται η οποία προσπάθεια κάνουμε σε όλους τους τομείς της ζωής μας, και σε αυτούς ακόμα που θεωρούμε άσχετους με Αυτόν.
Μόνο τότε υπάρχει Ελπίδα.
Ο Γιώργος Ιατρού καθηγητής φυσικής

