Τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα τῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου ποὺ διανύουμε, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν καταδίκη ὅλων τῶν πλευρῶν τῆς φαρισαϊκῆς λογικῆς. Καταδικάζεται ἡ ὑψηγορία τοῦ Φαρισαίου, ὁ ὁποῖος τὴν πρώτη Κυριακὴ μὲ ἀλαζονεία ἀπαριθμεῖ τὶς ἀρετές του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, προκαταλαμβάνοντας τὴν κρίση Του καὶ ἀνακηρύσσοντας «Δίκαιο» τὸν ἐαυτό του. Ὑποκαθιστᾶ τὸ Θεό, εὐχαριστώντας τον ὑποκριτικά, ἐπειδὴ ἀξίωσε ὁ ἴδιος νὰ εἶναι δίκαιος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Τελώνη, τὸν ὁποῖον ἔσπευσε νὰ κατατάξει στοὺς ἁμαρτωλούς.
- Τὴ δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, ἔρχεται ὁ πρεσβύτερος υἱὸς νὰ ἐπιδείξει ἀναλγησία καὶ φθόνο, νὰ ἀμφισβητήσει τὴν κρίση τοῦ Πατέρα του, μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς μετάνοιας τοῦ ἀδελφοῦ του. Προβάλλοντας τὸν ἑαυτό του ὡς δίκαιο καὶ συνεπῆ. Ἀρνούμενος ὅμως νὰ εἰσέλθει στὸ γιορταστικὸ γλέντι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ στὴν οὐσία, τὴν εὐκαιρία ποὺ δίνεται στὸν καθένα ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σωθεῖ, ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή, ὅπως ὁ ληστὴς στὸ σταυρό. Ὁ πατέρας, μὲ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη τοῦ ἐξηγεῖ γιὰ ποιὸ λόγο ἔπρεπε νὰ πανηγυρίσουν τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀπὸ τὴν παγίδευσή του στοὺς πειρασμοὺς καὶ στὶς λογικὲς τοῦ θανάτου.
- Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ δὲν διευκρινίζει κατὰ πόσο πείστηκε ὁ «προεσβύτερος υἱὸς» νὰ εἰσέλθει. Δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις στὸ Εὐαγγέλιο, ὅπου ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν παρομοιάζεται μὲ ἑορταστικὸ τραπέζι μὲ οἰκοδεσπότη τὸ Θεό, στὸ ὁποῖο εἴμαστε ὅλοι καλεσμένοι καὶ πρέπει νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν πρόσκληση γιὰ νὰ σωθοῦμε.
- Κατὰ συνέπεια, βρισκόμαστε μπροστὰ στὸ παράδοξο φαινόμενο, ἡ ἀναλγησία ἑνὸς ἀνθρώπου μὲ τὴν περιβολὴ ἑνὸς κώδικα ἠθικῆς καὶ ἡ συνακόλουθη ἄρνησή του νὰ παρακαθήσει μὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν ὁποῖο κατατάσσει στοὺς ὑποδεέστερους ἀνρθώπους, νὰ ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἐμπόδιο ποὺ ὁ ἴδιος δημιουργεῖ, ἀποκλείοντας τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ σωτηρία, παρὰ τὶς ἐκκλήσεις τοῦ πατέρα του.
- Σὲ ἐποχὲς ὅπου ἡ πατρικὴ ἐξουσία ἦταν ἀκόμα καὶ ζωῆς καὶ θανάτου στὰ παιδιά, τόσο ἡ ἀπόδοση στὸν ἄσωτο τοῦ μεριδίου τῆς περιουσίας, ὅσο καὶ ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ τοῦ πρεσβυτέρου νὰ μετάσχει στὴν πατρικὴ γιορτή, ἀποτελοῦν ἐκδήλωση τοῦ θείου δώρου τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν Θεὸ-πατέρα.
- Στὸ τρίτο ἀνάγνωσμα τῆς ἑπόμενης Κυριακῆς, στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως, ἔρχεται χωρὶς περιστροφὲς ἡ θεϊκὴ ἑτυμηγορία γιὰ τὴν ἀναλγησία πρὸς τὸν ἐλάχιστο πλησίον. Ἡ κατάκριση δὲν ἔρχεται γιὰ πράξη, ἀλλὰ γιὰ παράλειψη καὶ στάση ζωῆς: Τὴν ἀδιαφορία καὶ ἀναλγησία πρὸς τὸν ἐμπερίστατο ἀδελφό.
- Στὴν περικοπὴ τοῦ Ἀσώτου, ὁ Θεὸς ἱκετεύει τὸν ἀνάλγητο υἱὸ νὰ ἀποβάλει τὴν ἀναλγησία. Στὴν περικοπὴ τῆς Κρίσεως, μὲ παραστατικότητα ἀναδεικνύεται ποιὰ θὰ εἶναι ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ σὲ ὅποιον ἐπιλέξει νὰ κάνει τὴν ἀναλγησία καὶ τὴν ἀδιαφορία τρόπο ζωῆς καὶ δὲν ἀντιμετωπίσει τὸν ἐμπερίστατο καὶ ἐλάχιστο ἀδελφό του, ὅπως θὰ ἀντιμετώπιζε τὸν ἴδιο τὸ Θεό.
- Ἐξασφαλίζοντας τροφὴ στοὺς πεινασμένους καὶ στοὺς διψασμένους, συμπαράσταση στοὺς ἀσθενεῖς καὶ στοὺς φυλακισμένους, σεβασμὸ καὶ φιλοξενία στοὺς ξένους. Καὶ ὄχι μόνον ὑλική, ὑπὸ τὸν τύπο τῆς προσχηματικῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλὰ καὶ πνευματική, μὲ τὴν ἰσότιμη ἀποδοχή τους, χωρὶς ἀπορρίψεις καὶ διακρίσεις.
- Ἡ ἀστοχριστιανικὴ ἐπιλεκτικὴ ἠθική, ἡ ὁποία ἐσχάτως ἐπιχειρεῖ νὰ ἐκφραστεῖ καὶ πολιτικά, ἀφοῦ εἰσπράττει ἀπόρριψη ἀπὸ τοὺς μέχρι τοῦδε πολιτικοὺς πάτρωνές της, ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὴ συνέχεια τῆς φαρισαϊκῆς λογικῆς, αὐτοδικαιωνόμενη καὶ κλείνοντας τὰ μάτια στὴν κοινωνικὴ ἀδικία. Καὶ παραμένοντας πιστὴ στὶς ἐπιλογές, στὸ πολιτικὸ πλαίσιο καὶ στὸ κοινωνικὸ σύστημα τὸ ὁποῖο στηρίζει ἡ δεξιὰ παράταξη, τὴν ὁποία οὐδέποτε ἔχει ἐγκαταλείψει.
- Σὲ καιροὺς ποὺ ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀναλγησία τείνουν νὰ γίνουν κυρίαρχες ἀξίες τῆς ἀτομοκρατούμενης κοινωνίας μας, καλούμαστε νὰ ἔχουμε συνεχῶς κατὰ νοῦ τὰ διδάγματα τῶν κρίσιμων αὐτῶν εὐαγγελικῶν περικοπῶν.

