Ὁ Χριστὸς ἔσωσε δύο συντοπίτες τους ἀπὸ ἀνείπωτη δυστυχία μὲ τρόπο θαυματουργικό. Καὶ οἱ Γεργεσηνοί, ἀντὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν καὶ νὰ τὸν δοξάσουν, τοῦ ζήτησαν,νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς πόλης τους. Μὲ τρόπο εύγενικὸ τὸν ἀπέλασαν. Προφανῶς ἐπειδὴ ἡ άπώλεια τῶν χοίρων κρίθηκε πιὸ ἀσύμφορη ἀπὸ τὴν σωτηρία δύο ἀνθρώπων. προτίμησαν νὰ μείνουν ἐκτεθειμένοι στὴν κυριαρχία τῶν δαιμόνων παρὰ νὰ δεχτοῦν τὸν Χριστό. Τὸ ἴδιο συμπεριφέρονται οἱ σύγχρονοι “Γεργεσηνοὶ” τῶν κοινωνιῶν τῆς Εύρώπης, ποὺ ἀποξενώνονται ἀπὸ τὴ χριστιανική τους παράδοση. Ὁ Χριστὸς ἔχει καταστεῖ ὅλο καὶ πιὸ “ἀνεπιθύμητος” καὶ ἀσύμβατος μὲ τὶς κρατοῦσες προτεραιότητές τους. Κι ἂς μεγαλώνει ὅλο καὶ περισσότερο τὸ κενό, μὲ τὸ δρόμο νὰ ἀνοίγει στὰ ποικίλα “δαιμόνια” ποὺ καραδοκοῦν γιὰ νὰ τὸ καλύψουν.
Κυριακή Ε’ Ματθαίου: Ἡ θεραπεία τῶν Γεργεσηνῶν († Μητροπολίτης Σουρόζ Ἀντώνιος Bloom)
[…]Ὑπάρχει μία τρίτη ὁμάδα ἀνθρώπων πού βλέπουμε νά ἐνεργοῦν σ’ αὐτήν τήν ἱστορία· εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς. Γνώριζαν τήν ἀπελπιστική κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· τούς εἶπαν τί ἔκαμε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, τούς εἶπαν ποιός ἦταν ὁ ἀφέντης τους, ὁ βασανιστής τους· δέν θά ὄφειλαν νά ἔρθουν νά δοξάσουν τόν Κύριο καί νά Τόν εὐχαριστήσουν ποὺ λύτρωσε τούς δύο ἄνδρες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ; ΟΧΙ! Αὐτό πού εἶδαν στήν πράξη τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὅτι στερήθηκαν τό κοπάδι τῶν χοίρων. Τί σήμαινε γι’ αὐτούς ἡ ζωή, ἡ ὑγεία, ἡ σωτηρία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων; Στεροῦνταν ὅ,τι τούς ἦταν σημαντικό, περισσότερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ριψοκινδυνέψουν ἄλλο ἕνα θαῦμα πού θά τούς στοίχιζε. Τί τραγική – ὄχι τερατώδης, ἀλλά τραγική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν στάση τοῦ Θεοῦ καί τήν στάση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
Ἄς σκεφθοῦμε καί ἄς ρωτήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ποῦ βρισκόμαστε; Φυσικά τό πρῶτο πράγμα πού θά ποῦμε, «ὅτι εἴμαστε μέ τό μέρος τοῦ Θεοῦ» – δέν εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχει μία τραγική ἀνάγκη καί ἡ ἀξία τῆς βοήθειας δέν θά εἶναι ἴσως γιά μᾶς μιὰ καταστροφή, ἀλλά πόνος ἤ ἀπώλεια, τί θά διαλέγαμε; Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικά μέ αὐτό: εἴμαστε στ’ ἀλήθεια μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά συγχωρέσει ὅλο τόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς συμπόνιας πού διαπερνᾶ τήν καρδιά Του, ἤ – ἐπιτρέπουμε στήν καρδιά μας νά συγκινηθεῖ γιά μιὰ στιγμή καί τότε ὑπολογίζοντας ξανά τό τίμημα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη;
Ἄς συλλογιστοῦμε· ἐπειδή κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες, κάθε παραβολή, κάθε εἰκόνα, κάθε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς μία πρόκληση: Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι; Ὁ δαιμονισμένος τῆς παραβολῆς· σέ τί βαθμό; Ἕνας ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ ἕτοιμος νά λησμονήσει τά πάντα γιά μιὰ ἀπελπιστική ἀνάγκη; Ἤ ἴσως ἕνας ἀπό ἐκείνους πού λένε στόν Χριστό: Φύγε, φύγε μακρυά – Διαταράσσεις τήν εἰρήνη μας, τήν ἁρμονία τῆς ζωῆς μας καί τήν ἀσφάλειά μας;
Ἄς ἀναλογιστοῦμε σέ βάθος· ὄχι μόνο νά σκεφτοῦμε, ἄς πάρουμε τίς ἀποφάσεις μας καί ἄς ἐνεργήσουμε. Ἀμήν.
Ἡ ἁγιογραφία ἀπὸ τὴν “Πεμπτουσία”

