Οι οργανωμένες και υποκινημένες τουρκικές φρικαλεότητες κατά του ελληνισμού της Πόλης στις 6-7 Σεπτεμβρίου 1955 δεν είναι τυχαίο και ξεκρέμαστο περιστατικό. Εντάσσεται στη σταδιακή και καλά μεθοδευμένη πολιτική του τουρκικού κράτους για την ολοσχερή εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου της Τουρκίας, που εξαιρέθηκε της ανταλλαγής πληθυσμών με τη συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Αυτό που ενοχλούσε περισσότερο ήταν η οικονομική άνθιση του ελληνικού στοιχείου, καθώς και άλλων μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Όπως δείχνει η φύση των ανθελληνικών ενεργειών μετά το 1923, οι μειονότητες μπήκαν μεθοδικά στο στόχαστρο, προκειμένου να ολοκληρωθεί ο στόχος των Νεοτούρκων από το 1908 για τον ολοκληρωτικό αφανισμό τους.

Το 1932 άρχισαν οι απαγορεύσεις άσκησης των περισσοτέρων ελευθέρων επαγγελμάτων σε αλλοδαπούς υπηκόους, κάτι το οποίο οδήγησε στην απέλαση 10.000 Ελλήνων πολιτών από την Πόλη το διάστημα 1934-35.
Αξιοποιήθηκε η Κατοχή και η συνακόλουθη πολιτική αποδυνάμωση του ελληνικού Κράτους, ήδη από το Μάιο του 1941: 

  • Στρατολογήθηκαν 20 ηλικίες μη μουσουλμάνων (ηλικίας 25-45 ετών), που εκτοπίστηκαν στην Ανατολία σε καταναγκαστικά δημόσια έργα (οδοποΐας, εκχιονισμού, ύδερυσης κ.ά).
  • Επιβλήθηκε η έκτακτη περιουσιακή εισφορά (Varlik Vergisi) του 1942, φόρος δέκα φορές μεγαλύτερος το φόρο που πλήρωναν οι Μουσουλμάνοι πολίτες. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, το 0,5% του συνολικού πληθυσμού της Τουρκίας, πλήρωσαν το 20% του βαρλίκ (80 από τα συνολικά 435 εκατομμύρια τουρκικές λίρες).

Τα Σεπτεμβριανά που διοργανώθηκαν από το τουρκικό Κράτος στόχευαν στην εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού. Ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί των βίαιων επεισοδίων ήταν οι εθνικές φοιτητικές οργανώσεις, που ανήκαν στην Εθνική Ομοσπονδία
Τούρκων Φοιτητών (Milli Türk Talebe Federasyonu), και ο σύλλογος «Η Κύπρος είναι τουρκική» του δημοσιογράφου Hikmet Bil.

Τα γεγονότα ξεκίνησαν με διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ, που προκλήθηκε με αφορμή τη στημένη και προβοκατόρικη  βομβιστική επίθεση (τα μεσάνυκτα της 5ης προς την 6η Σεπτεμβρίου) στο σπίτι που φέρεται ως κατοικία του Κεμάλ Ατατούρκ στη
Θεσσαλονίκη.

Η προβοκάτσια οργανώθηκε από το τουρκικό προξενείο Θεσσαλονίκης και εκτελέστηκε από τον 20χρονο φοιτητής της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης Οκτάι Ενγκίν, εγγονό μουφτή και γιο μειονοτικού βουλευτή, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος του  προξενείου της Θεσσαλονίκης. Ο εκρηκτικός μηχανισμός μεταφέρθηκε μυστικά από την Τουρκία στη Θεσσαλονίκη στις 3 Σεπτεμβρίου με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Τούρκου προξένου.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημήτρη Καλούμενου, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας είχε πληροφορηθεί από το βρετανικό BBC ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα από το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Τούτο δείχνει ότι οι Βρετανοί, που ενδιαφέρονταν να εμπλέξουν την Τουρκία στο Κυπριακό, ήταν εν γνώσει, αν όχι συνδιοργανωτές της προβοκάτσιας. Έδωσαν όμως λάθος ώρα, αφού η βόμβα τοποθετήθηκε στις 6 το απόγευμα.

Ακολούθησαν εμπρηστικά δημοσιεύματα κατά των Ελλήνων. Η εφημερίδα Istanbul Ekspres, είχε πρωτοσέλιδο τίτλο «Του πατέρα μας το σπίτι καταστράφηκε με βόμβα!». Στη διαδήλωση κυριάρχησαν τα συνθήματα «Θάνατος στον Μακάριο», «Η Κύπρος είναι τουρκική!
Τουρκική θα παραμείνει», «Εξολοθρεύστε τους απίστους! Κερδίζουν χιλιάδες λίρες και πουλάνε φτηνά πράγματα για πολλά λεφτά»

Στα επεισόδια συμμετείχαν συνολικά περίπου 100.000 άτομα, οργανωμένα σε ομάδες από 20 έως 30 μέλη. Οι ομάδες κρούσης μπορούν να διακριθούν σε υποκινητές, αρχηγούς και καταστροφείς.

Αποστολή των αρχηγών ήταν ο εντοπισμός των στόχων που έπρεπε να καταστραφούν με βάση καταστάσεις που τους χορηγήθηκαν από τους Δήμους, με τις ακριβείς διευθύνσεις των ελληνικών και αρμενικών καταστημάτων και οικιών.

Οι καταστροφείς, εξοπλισμένοι με πέτρες, λοστούς, σανίδες, φτυάρια, πριόνια, ακόμα και συσκευές οξυγονοκόλλησης κατέστρεφαν άμεσα τους στόχους. Τα εργαλεία και τα μέσα για την αποτελεσματική καταστροφή των στόχων διανεμήθηκαν από στρατιωτικά φορτηγά σε κεντρικά σημεία της Πόλης και σε δημόσιους σταθμούς λεωφορείων.

Σύμφωνα με εκθέσεις του γαλλικού προξενείου, το τουρκικό Παρακράτος προετοιμαζόταν από την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, με την καταγραφή από ειδική υπηρεσία όλων των διευθύνσεων  των μειονοτικών πολιτών, για να μπορούν αυτοί να εξουδετερωθούν σε περίπτωση “σύγκρουσης”. Δύο εβδομάδες πριν τα επεισόδια κάποιοι άγνωστοι είχαν μαρκάρει με φθορίζον κόκκινο χρώμα τα σπίτια των Ελλήνων και των Αρμενίων.

Η καταστροφή έγινε παντού στην Πόλη με την ίδια ακριβώς μέθοδο. Όλα τα αντικείμενα στο εσωτερικό των καταστημάτων, των οικιών, των αποθηκών, των βιομηχανικών εγκαταστάσεων καταστρέφονταν ολοσχερώς, μεταφέρονταν έξω και κομματιάζονταν στον δρόμο. Στις κατοικίες έσπαζαν πρώτα τα παράθυρα με πέτρες, έπειτα τις πόρτες με τσεκούρια και σιδερολοστούς και στη συνέχεια κατέστρεφαν όλο το νοικοκυριό. Τις ηλεκτρικές συσκευές και τα άλλα αντικείμενα τα πετούσαν από τα παράθυρα στον δρόμο.

Στόχος των επιθέσεων έγιναν και οι χριστιανικές εκκλησίες και τα κοιμητήρια. Κατέστρεψαν και έκαψαν τον εσωτερικό διάκοσμο, τις εικόνες, τους σταυρούς και άλλα ιερά αντικείμενα ή έβαζαν φωτιά στο κτίριο. Η σύληση των τάφων συνέβη κυρίως στα
ελληνορθόδοξα κοιμητήρια του Σισλί και του Μπαλουκλί. Στα κοιμητήρια όχι μόνον έσπασαν και κομμάτιασαν ταφόπλακες και σταυρούς, αλλά άνοιξαν και τους τάφους και σκόρπισαν  τα οστά των νεκρών.

Η αστυνομία, όταν δεν συμμετείχε η ίδια, παρέμενε εκτελώντας εντολές απαθής μπροστά στο όργιο των καταστροφών. Προστάτεψε μόνο το Πατριαρχείο στο Φανάρι, το ελληνικό γενικό προξενείο και το ξενοδοχείο Χίλτον, βρίσκονταν υπό συνεχή αστυνομική
επιτήρηση.

Οι αρχηγοί των συμμοριών είχαν οδηγίες να εμποδίσουν κλοπές και τις σωματικές επιθέσεις, δίδοντας προτεραιότητα σε καταστροφές και στους βανδαλισμούς. Παρά το γεγονός αυτό, οι τραυματίες έφτασαν τους 300-600 (εκ των οποίων οι 32 σοβαρά), τουλάχιστον 60 (έως 200) Ελληνίδες έπεσαν θύματα βιασμού. Οι νεκροί ήταν τουλάχιστον 11 σύμφωνα με τουρκικές πηγές και 15 σύμφωνα με το Helsinki Watch. Ανάμεσά τους πέντε ορθόδοξοι κληρικοί.

Τα επεισόδια επεκτάθηκαν στη Σμύρνη, όπου το ελληνικό προξενείο και μία ορθόδοξη εκκλησία στο Αλσαντζάκ πυρπολήθηκαν και λεηλατήθηκαν οι κατοικίες των Ελλήνων αξιωματικών στο εκεί στρατηγείο του ΝΑΤΟ λεηλατήθηκαν. Επτά άτομα υπέστησαν
βαριά τραύματα και άλλα 50 ελαφρά.

Η Κυβέρνηση Μεντερές, ενώ η ίδια ενορχήστρωσε το πογκρόμ, βρήκε την ευκαιρία να αποδώσει τις καταστροφές σε κομμουνιστική συνωμοσία.  Στις 9 Σεπτεμβρίου φυλακίστηκαν περισσότερα από 9.000 άτομα «κομμουνιστικών πεποιθήσεων»ꞏ στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ των οποίων οι Αζίζ Νεσίμ και Ναζίμ Χικμέτ.

Ο Ενγκίν, δράστης της βομβιστικής επίθεσης, έγινε αργότερα νομάρχης Νεβ Σεχίρ (Καππαδοκίας).

Σύμφωνα με επίσημα τουρκικά στοιχεία, στόχος επίθεσης στην Πόλη έγιναν 4.214 διαμερίσματα, 1.004 καταστήματα, 73 εκκλησίες, μία συναγωγή, δύο ορθόδοξα μοναστήρια, 26 σχολεία, 5.317 εργοστάσια, ξενοδοχεία, καφενεία και άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις. . Από τις 95 ελληνορθόδοξες εκκλησίες της Πόλης, οι 61 καταστράφηκαν εν μέρει ή ολοσχερώς (οκτώ μάλιστα έγιναν αντικείμενο εμπρησμού). Τρία ελληνορθόδοξα μοναστήρια (μετόχια του Σινά), με πολύτιμα βυζαντινά κειμήλια, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Τα 36 από τα 48 ελληνικά σχολεία της Πόλης καταστράφηκαν εν μέρει ή ολοσχερώς.

Η συνολικά ζημιά ανήλθε σε 150 εκατομμύρια τουρκικές λίρες ($54 εκατομμύρια). Άλλες εκτιμήσεις (γερμανικό προξενείο) ανεβάζουν το μέγεθος των ζημιών σε 1 δισεκατομμύριο τουρκικές λίρες. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, οι ζημιές στις
ορθόδοξες εκκλησίες και μόνον υπερέβαινε τα 150 εκατομμύρια αμερικανικά δολλάρια. Μετά τις καταστροφές εντοπίστηκαν, ύστερα από αστυνομικές έρευνες, 18.655 διαφορετικά κλεμμένα αντικείμενα, 612 κοσμήματα, 74 ρολόγια, 91.699 τουρκικές λίρες και 300 χρυσά τάλληρα.

Ο αριστερός Τούρκος συγγραφέας Αζίζ Νεσίν, όπως και ο Ρωμιός Ανδρέας Λαμπίκης (εκδότης της εφ. Ελεύθερη Φωνή), χαρακτήρισαν τα Σεπτεμβριανά γεγονότα «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» της Πόλης.

Τα Σεπτεμβριανά θυμίζουν τη “Νύχτα των Κρυστάλλων” που διοργανώθηκε κατά των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία (1938).

Το 1955 οι μη μουσουλμανικές ήταν πάνω από το 10% του πληθυσμού της Πόλης (1,5 εκατομμύρια). Την επόμενη δεκαετία ο πληθυσμός τους είχε πέσει στις 100.000, ενώ σήμερα οι Έλληνες της Πόλης φτάνουν μόλις τους 3.000.

Ο τότε πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές θεωρήθηκε και επίσημα από το τουρκικό κράτος υπεύθυνος για το πογκρόμ, αφού όταν ανατράπηκε και συνελήφθη από στρατιωτικό πραξικόπημα, κατηγορήθηκε και γι’ αυτό. Καταδικάστηκε σε απαγχονισμό, ποινή που εκτελέσθηκε στη φυλακή του νησιού Ιμραλί (Καλόλιμνος) της Προποντίδας, όπου σήμερα κρατείται ο Κούρδος ηγέτης Οτσαλάν.

Δόθηκαν κάποιες αποζημιώσεις στους πληγέντες για να τηρηθούν τα προσχήματα  (6,5 εκατομμύρια λίρες σε 3.247 φυσικά και νομικά πρόσωπα), με πολλά αιτήματα να απορρίπτονται από την επιτροπή αποζημιώσεων. Αποδόθηκαν τιμές στην ελληνική σημαία στη Σμύρνη στις 24 Οκτωβρίου 1955.

Σε κάθε περίπτωση, το τουρκικό κράτος και παρακράτος πέτυχαν το στόχο τους, έστω και θυσιάζοντας τους δράστες. Το 1955 ανατράπηκε η πληθυσμιακή ισορροπία, και ο ελληνισμός της Πόλης υπέστη ανεπανόρθωτο ψυχολογικό πλήγμα.

Το Παλάτι και η ελληνική κυβέρνηση, είχαν κάθε “καλή διάθεση” να υποβαθμίσουν τα γεγονότα εν ονόματι της νατοϊκής αλληλεγγύης. Τούτο στάθηκε αδύνατο, από τη στιγμή που με αυτοθυσία, οι φωτογραφίες του δημοσιογράφου και φωτογράφου του  Πατριαρχείου Δημήτρη Καλούμενου φυγαδεύτηκαν στην Ελλάδα και αποκάλυψαν όλη την έκταση των των τουρκικών φρικαλεοτήτων.

ΠΗΓΗ:  Δημήτριος Καλούμενος, Η σταύρωσις του χριστιανισμού. Η ιστορική αλήθεια των γεγονότων 6-7 Σεπτεμβρίου 1955 εις την Κωνσταντινούπολιν, Αθήναι 1966.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>