Μία σπουδαία άνθρωπος, μια γενναία ψυχή

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα –Διευθυντή της ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ 

Ίσως πρόκειται για το πιο παρεξηγημένο πρό­σωπο από τον κύκλο των μαθητών του Χριστού. Η Ευαγγελίστρια και Απόστολος αγία Μαρία η Μαγδαληνή, είναι η πρώτη –μετά τη Θεοτόκο, φυσικά– που είδε τον Αναστημένο Χριστό. Η μαρ­τυρία της, μαζί με την μαρτυρία του Πέτρου και των άλλων μαθητών, ήταν και είναι βάση και θεμέλιο του κηρύγματος της Εκκλησίας, περί της Αναστά­σεως του Χριστού, γεγονότος θεμελιώδους για την πίστη και την προσδοκία μας των Χριστιανών. Μια ολόκληρη δυτική φιλολογία αναπτύχθηκε, ωστόσο, γύρω από τον πρόσωπό της, θεωρώντας την μία μετανοημένη πόρνη, πράγμα που δεν προκύπτει από τις αρχαίες χριστιανικές πηγές, ούτε, φυσικά, από τα Ευαγγέλια.

Όπως πολύ αναλυτικά αναφέρει σε μελέτη του ο Θεόδωρος Ρηγινιώτης, η σχετική φιλολογία πυροδοτήθκε από μία ερμηνεία του πάπας αγίου Γρηγορίου του Α’, το 591, όπου «τα επτά δαιμό­νια, από τα οποία την είχε θεραπεύσει ο Χριστός (Λουκ. 8, 2 και Μάρκ. 16, 9) –το μόνο βιογραφικό της στοιχείο που μας δίνουν τα Ευαγγέλια–, θεω­ρήθηκαν ως τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, που υποτίθεται ότι τα είχε διαπράξει όλα και από τα οποία την απάλλαξε ο Χριστός!». Η αυθαίρετη και χωρίς καμία ιστορική βάση αυτή ερμηνεία έγινε η απαρχή της καταλαλιάς κατά του προσώπου της Αγίας, μιας από της Μυροφόρες και ένα από τα πιο σεβάσμια πρόσωπα του κύκλου των Μαθητών και Αποστόλων του Ιησού.

Όπως πολύ σωστά γράφει στο ιστολόγιό της η Σοφία Ντρέκου, η οποία αναδημοσιεύει την μελέτη του κ. Ρηγινιώτη, «από τα Ευαγγέλια φαίνεται ότι στον κύκλο των μαθητών του Ιησού δεν περιλαμ­βάνονταν μόνο άντρες, αλλά και γυναίκες. Σύμφωνα με την θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μετά την Ανάληψη Του Χριστού και την ίδρυση της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα, η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή εξακολούθησε να υπηρετεί το ευαγγελικό κήρυγμα. Όταν μετά την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εγκαταστάθηκε στην Έφεσο, τον ακολούθησε και η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή εκεί, όπου και κοιμήθηκε. Τάφηκε στην είσοδο της σπηλιάς, όπου αργότερα εκοιμήθησαν οι επτά παίδες εν Εφέσω. Η Εκκλησία μας την τιμά ως ισαπόστολο και Μυροφόρο και γιορτάζει τη μνήμη της στις 22 Ιουλίου και στις 4 Μαΐου ημέρα ανακομιδής (δηλ. μεταφοράς) των λειψάνων της. Επίσης την συνεορτάζει μαζί με τις άλλες Άγιες Μυροφόρες Γυναίκες, την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα (των Μυροφόρων).»

Μια άλλη παράδοση, εξίσου ανιστόρητη, στην οποία θητεύει και ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης, στον περιβόητο μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος πειρασμός», θεωρεί την αγία Μαρία τη Μαγδα­ληνή ως επίδοξη σύζυγο του Ιησού! Η αντίληψη αυτή είναι γνωστικής προέλευσης και έχει τόση ιστορική αλήθεια, όση και οι πρόσφατες φαιδρές «επιστολές» του Ιησού, που έγιναν βατήρας κοι­νοβουλευτικής εκλογής.

Μισογυνισμός και «ρομαντικές» φαντασιοπληξίες

Αξίζει να δούμε όμως, το πώς στην ιστορία της «πόρνης» Μαρίας, υποκρύπτεται ένας άρρητος μισογυνισμός, πασπαλισμένος με «ρομαντικές» φαντασιοπληξίες, που τον έχουν πληρώσει κι άλλες μαθήτριες και φίλες (πόσο μας σκανδαλί­ζει, ε;) του Ιησού, όπως η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου, ή, κατ’ αναλογίαν, και άλλες εξέχουσες γυναίκες της χριστιανικής Ιστορίας, όπως η Κασία η υμνωδός.

Πουθενά, σε κανένα στοιχείο της βιογραφίας όλων αυτών των αγίων γυναικών δεν υπάρ­χει μήτε ο παραμικρότατος υπαινιγμός ότι ήσαν αμαρτωλές γυναίκες – με την τρέχουσα έννοια της πόρνης, αμαρτωλοί με τη γενική έννοια εί­μαστε όλοι.

Αντιθέτως, οι γυναίκες οι οποίες «ηκολούθουν αυτώ» (Μαρκ. 15:41) «διηκόνουν αυτοίς εκ των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8:3), ως ένας κύκλος μαθητριών, μεταξύ αυτών πάντοτε υπονοείται και η Θεοτόκος Μαρία, έχαιραν μεγάλης εκτίμησης και φιλίας από τον ίδιο τον Χριστό και στη συνέχεια από σύσσωμη την αρχαία Εκκλησία. Θυμίζω ότι ακόμα και για την Παναγία Παρθένο υπάρχουν παρόμοιοι υπαινιγμοί, οι οποίοι προσπαθούν επιπλέον να ακυρώσουν το θαύμα της ασπόρου συλλήψεώς της, αυτό καθ’ αυτό το μυστήριο της θείας ενανθρώπησης, δηλαδή.

Σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες είναι ή σύ­ζυγοι –ακόμα και αυτό λένε μερικοί απίθανοι για τη Μαγδαληνή– ή… οι πιο όμορφες, όπως η Αγία μας, πόρνες, και οπωσδήποτε πάντοτε στη «σκιά» των ανδρών (τους), σκανδαλίζει η πρω­ταγωνιστική θέση των γυναικών στο Ευαγγέλιο.

Οι «χριστιανικές» κοινωνίες, αυτό υποδηλεί η «παρεξήγηση», βρέθηκαν στον Μεσαίωνα μακρυά από την αρχαία αντίληψη των γυναικών-πρωτα­γωνιστριών του ευαγγελισμού και της Εκκλησίας, όπως, για παράδειγμα, η οσία Μελάνη η Ρωμαία, τον 4ο-5ο αιώνα, η οποία αρνήθηκε μαχητικά το ρόλο της συζύγου, εγκαταλείποντας τους οικεί­ους της και ιδρύοντας ένα από τα μεγαλύτερα μοναστικά (και ιεραποστολικά) κέντρα της Πα­λαιστίνης. Ή η αγία υμνογράφος Κασία, μία από τις μεγαλύτερες υμνωδούς και αξιοσέβαστη για τη σοφία της μοναχή του 10ου αιώνα, η οποία ταυτίζεται με την πόρνη του Ευαγγελίου, ταύτιση που, κατά περίπτωσιν δεν απέφυγε και η αδελφή του Λαζάρου Μαρία, η αλείψασα τους πόδας του Ιησού, προφανώς εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης για την ανάσταση του αδελφού της και ως γενναία ομολογία της θεότητος του φίλου, συνανθρώπου Ιησού.

Η αγία Μαρία η Μαγδαληνή, η οποία δεν χρει­άζεται προφανώς τη δική μας υπεράσπιση, είναι μία σπουδαία άνθρωπος και γυναίκα –για να χρησιμοποιήσω μια αρχαία συνήθεια η λέξη «άνθρωπος» να συντάσσεται και με αρσενικό και με θηλυκό άρθρο. Λίγο από το αναστάσιμο θάρρος της ας είχαμε!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>