“ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΨΕΥΔΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ”

του Γιάννη Ζερβοῦ

Συζητήθηκαν στὴν ἁρμόδια ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίστηκαν ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴ πλειοψηφία οἱ προτεινόμενες τροποποιήσεις τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης στὸν Ποινικὸ Κώδικα καὶ στὴν Ποινικὴ Δικονομία.
Ἀνάμεσά τους ξεχωρίζει ἡ πρόταση γιὰ τρόποποίηση τοῦ ἄρθρου 191 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα γιὰ τὴ διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων, ποὺ διαμορφώνεται ὡς ἑξῆς:


«1. Ὅποιος δημόσια ἢ μέσῳ τοῦ διαδικτύου διαδίδει ἢ διασπείρει μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ψευδεῖς εἰδήσεις ποὺ εἶναι ἱκανὲς νὰ προκαλέσουν ἀνησυχίες ἢ φόβο στοὺς πολίτες ἢ νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ στὴν ἐθνικὴ οἰκονομία, στην ἀμυντικὴ ἱκανότητα τῆς χώρας ἢ στὴ δημόσια ὑγεία τιμωρεῖται μὲ φυλάκιση τουλάχιστον τριῶν μηνῶν καὶ χρηματικὴ ποινή. Ἐὰν ἡ πράξη τελέστηκε ἐπανειλημμένα μέσω τοῦ τύπου ἢ μέσῳ διαδικτύου, ὁ ὑπαίτιος τιμωρεῖται με φυλάκιση τουλάχιστον ἕξι μηνῶν καὶ χρηματικὴ ποινή. Μὲ τὴν ἴδια ποινὴ τιμωρεῖται καὶ ὁ πραγματικὸς ἰδιοκτήτης ἢ ἐκδότης τοῦ μέσου μὲ τὸ ὁποῖο τελέστηκαν οἱ πράξεις τῶν προηγουμένων ἐδαφίων.
2.Ὅποιος ἀπὸ ἀμέλεια γίνεται ὑπαίτιος κάποιας ἀπὸ τὶς πράξεις τῆς προηγουμένης παραγράφου τιμωρεῖται με φυλάκιση ἕως ἔνα ἔτος ἢ χρηματικὴ ποινή.».

Ἡ πρόταση αὐτὴ συνάντησε τὴν ἀντίθεση τοῦ συνόλου σχεδὸν τοῦ νομικοῦ κόσμου ποὺ ἐκπροσωπήθηκε στὸ πρῶτο αὐτὸ στάδιο τῆς συζήτησης στὴν ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ΕΣΗΕΑ.

Ἡ Ἕνωση Δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέων

Ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ προσέγγιση τοῦ κειμένου παρατηρήσεων τῆς Ἕνωσης Δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέων γιὰ τὸ ζήτημα, ποὺ ἀνέπτυξε στὴ Βουλὴ ὁ Πρόεδρός της κ. Σεβαστάκης, στὴν ὁποία τονίζονται τὰ ἑξῆς:

«Μὲ τὴν προτεινόμενη ρύθμιση τὸ ἄρθρο 191 ΠΚ (διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων) ἐπανέρχεται στὴ μορφὴ ποὺ εἶχε πρὶν τὴν ψήφιση τοῦ νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019) καὶ μάλιστα σὲ ἀκομα πιὸ αὐστηρή. Μὲ τὴν ἰσχύουσα τυποποίηση ἡ διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων συνιστᾶ ἔγκλημα βλάβης καὶ ἡ πράξη καθίσταται ἀξιόποινη μόνο ἐφόσον οἱ ψευδεῖς εἰδήσεις προκαλέσαν πραγματικὰ φόβο σὲ ἀόριστο ἀριθμὸ ἀνθρώπων ἢ ὁρισμένο κύκλο ἢ κατηγορία προσώπων. Τὸ Σχέδιο Νόμου μετατρέπει καὶ πάλι τὸ ἀδίκημα σὲ ἔγκλημα ἀφῃρημένης διακινδύνευσης καὶ πλέον δὲν θα εἷναι ἀναγκαῖο νὰ ἐπέλθει ὄντως τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ φόβου ἢ τῆς ἀνησυχίας ἀλλὰ θὰ ἀρκεῖ ἡ δυνατότητα τῶν εἰδήσεων νὰ προκαλέσουν ἀνησυχία ἢ φόβο.
Ἐπιπλέον εἰσάγει στὴν ἀντικειμενικὴ ὑποστάσῃ τοῦ ἀδικήματος τὴν ἱκανότητα τῆς ψευδοῦς εἴδησης νὰ κλονίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ στὴν εὐρύτερη «δημόσια τάξῃ».
Ὁ κλονισμὸς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ εἷναι ἔνα μέγεθος μὴ μετρήσιμο, ἐνῶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ ψεῦδος καθ’ ἑαυτό, ἡ διάκριση ἀπὸ τὴν ἀλήθεια εἷναι σε πολλές περιπτώσεις δύσκολη, καθὼς μία «ψευδὴς εἴδηση» μπορεῖ νὰ περιέχει καὶ στοιχεῖα ἀληθείας. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ἀποφευχθεῖ πάση θυσία εἶναι ἡ θέσπιση μίας καὶ μοναδικῆς κρατικῆς ἀληθείας καὶ ἡ δίωξη κάθε ἀντίθετης ἄποψης, μία πρακτικὴ ποὺ εὔκολα μπορεῖ νὰ ἐκπέσει σὲ λογοκρισία.
Προσθέτει τὴν «δημόσια ὑγεία» στοὺς τομεῖς ποὺ προστατεύονται καὶ ἀπαλείφει αὑτοὺς τοῦ τουρισμοῦ καὶ τῶν διεθνῶν σχέσεων. Εἷναι προφανὲς ὅτι σκοπὸς τῆς ρύθμισης εἶναι ἡ δίωξη τῶν «αἱρετικῶν» ἀπόψεων ποὺ διατυπώνονται στὰ ΜΜΕ σχετικὰ μὲ τὴν διαχείριση τῆς πανδημίας, τὴν ὑποχρεωτικότητα ἢ μὴ τῶν ἐμβολιασμῶν κλπ.
Στὸ σημεῖο αὑτὸ παρατηροῦμε ὅτι ἡ ἐπιστήμη (ὅπως ἡ ἰατρικὴ) προχωράει μέσα ἀπὸ τὴν πολυφωνία, τὶς ἐπιστημονικὲς διχογνωμίες, τὴν διαλεκτικὴ σύνθεση τῆς θέσης καὶ τῆς ἀντίθεσης. Ἡ ἱστορικὴ ἐμπειρία κατέδειξε ὅτι ἐπιστημονικὲς ἀπόψεις ποὺ θεωροῦνταν στὴν ἐποχή τους αἱρετικές, ἐπιβεβαιώθηκαν μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων ἐνῶ ἀντίθετα κατέπεσαν ἀξιώματα καὶ ἀρχὲς ποὺ ἴσχυαν γιὰ αἰῶνες ὡς δόγματα καὶ ἀκλόνητες ἀλήθειες. Ἀκόμα καὶ σκοταδιστικὲς θέσεις μὲ τὶς ὁποῖες βρίσκεται σήμερα ἡ κοινωνία ἀντιμέτωπη, δὲν ἐξαλείφονται μὲ ποινικὴ καταστολὴ ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιστήμη, τὸν ὀρθολογισμό, τὴν παιδεία. Ὁ Ποινικὸς Κώδικας δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση τοῦ Μεσαίωνα καὶ νὰ ἐμποδίσει τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης μὲ τὴν ἀπειλὴ τῆς πυρᾶς. Εἶναι προτιμότερο νὰ ἀκουστεῖ καὶ κάτι ψευδές, παρὰ νὰ φιμωθοῦν ἑκατὸ ἀλήθειες.
Ὑπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ ἡ τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 191 ΠΚ συνιστᾶ ὀπισθοδρόμηση καθὼς διευρύνει τὸ ἀξιόποινο, εἰσάγει καὶ πάλι ἀφενὸς τὴν ὑποκειμενικὴ κρίση τῆς προσφορότητας τῆς εἴδησης νὰ προκαλέσει ἀνησυχία ἢ φόβο καὶ ἀφετέρου τὸ στοιχεῖο τοῦ κλονισμοῦ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ στὴν «δημόσια τάξη» περιορίζοντας ἔτσι σημαντικὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλεύθερης ἔκφρασης καὶ πληροφόρησης ὅπως αὐτὸ ἀποτυπώνεται στὰ ἄρθρα 5 καὶ 14 τοῦ Συντάγματος καθὼς καὶ στὸ ἄρθρο 11 παρ. 1 τοῦ Χάρτη Θεμελιωδῶν Δικαιωμάτων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης.
Ὁρισμένα δικαιώματα ὅπως αὐτὰ τοῦ ἄρ. 14 παρ. 1 εἶναι τόσο κομβικὰ γιὰ τὸ πολίτευμα, ποὺ ὁ ὁποιοσδήποτε ρητὸς ἢ ἔμμεσος περιορισμός τους, πρέπει νὰ ἀποφεύγεται. Τονίζεται ἐδῶ ὅτι ἡ ἀντίθεση μας μὲ τὴν ἐπιχειρούμενη νομοθετικὴ παρέμβαση δὲν συνίσταται στὴν προστασία τῆς «δημοσίας ὑγείας» μέσω τοῦ ἐγκλήματος τῆς διασπορὰς ψευδῶν εἰδήσεων, ἀλλὰ στὸν τρόπο τυποποίησης τοῦ ἐγκλήματος καὶ στὴν μετατροπή του σὲ ἔγκλημα ἀφηρημένης διακινδύνευσης.
Ἐπιπλέον ἐπανεισάγει τὴν πρόκληση «ἀνησυχίας» στοὺς πολίτες ἐνῶ μὲ τὸν ἰσχύοντα Κώδικα ἡ ἔννοια τῆς ἀνησυχίας εἶχε ἀπαλειφθεῖ καὶ ἀπαιτοῦνταν μόνο ἡ πρόκληση «φόβου». Ἡ ἀνησυχία εἶναι ἕνα συναίσθημα κατώτερο σὲ ἔνταση τοῦ φόβου, τὸ ὁποῖο δὲν κρίνεται ἱκανὸ νὰ δικαιολογήσει τὶς μετέπειτα ἐνέργειες τῶν πολιτῶν.
Τέλος γιὰ πρώτη φορὰ τιμωρεῖ καὶ τὸν πραγματικὸ ἰδιοκτήτη καὶ τὸν ἐκδότη τοῦ μέσου μὲ τὸ ὁποῖο τελέστηκαν οἱ πράξεις, καθιερώνοντας ἔτσι ex officio ποινικὴ εὐθύνη στὸν βωμὸ τῆς γενικοπροληπτικῆς λειτουργίας τῆς ποινῆς καὶ πλήττοντας καίρια τὴν ἐλευθερία τοῦ Τύπου.»

Οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι

Ἡ ἐκπρόσωπος τῶν προέδρων τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων Ἑλλάδος, Νικολέτα Μπασδέκη, ἐπίσης ἐξέφρασε τὴν ἔντονη διαφωνία της γιὰ τὸ ἄρθρο 191, ἐπισημαίνοντας ὅτι εἶναι μεγάλη ἡ ἀντίδραση τοῦ νομικοῦ κόσμου διότι ἡ διάταξη προσβάλει βάναυσα τὴ δημοκρατία, καὶ τὶς συνταγματικὲς ἔννοιες περὶ ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ τῆς ἔκφρασης γνώμης.

Ἡ ΕΣΗΕΑ

Ἡ πρόεδρος τῆς ΕΣΗΕΑ, Μαρία Ἀντωνιάδου, ἐξέφρασε τὴν κάθετη ἀντίθεση τῆς Ἕνωσης στὸ ἄρθρο 191, ἐπισημαίνοντας τὸν κίνδυνο νὰ παρεμβαίνει ἡ δικαιοσύνη καὶ νὰ περιορίζεται ἡ ἔκφραση λόγου καὶ ἐλευθερίας τῶν Μέσων Ἐνημέρωσης.

«Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ προσδιοριστεῖ τὸ ὅριο τῶν πράξεων, τί ἐννοεῖ ὁ νόμος. Εἶναι ἐπικίνδυνο ἂν μείνει ἡ ἀόριστη διατύπωση τῆς διάταξης περὶ διασπορὰς ψευδῶν εἰδήσεων ἱκανὲς νὰ προκαλέσουν φόβο καὶ ἀνησυχία. Εἶναι σαφεῖς οἱ κίνδυνοι γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ζητοῦμε τὴν ἀπόσυρσή της. Ἤδη εἷναι σαφὴς ἡ ἀντίθεση τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν Εὐρωπαίων Δημοσιογράφων καὶ θὰ θέσει τὸ ζήτημα στὴν ΕΕ», τόνισε μεταξὺ ἄλλων ἡ κα Ἀντωνιάδου.

Στὰ παραπάνω θὰ προσθέταμε ὅτι ἐὰν συνυπολογισθεῖ καὶ ἡ παράγραφος 2 τοῦ τροποποιούμενου ἄρθρου, κινδυνεύει καὶ ὅποιος δημοσιεύει καλοπροαίρετα, χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι εἶναι «ψευδής» ἡ δημοσιευόμενη εἴδηση.
Προκειμένου νὰ συμπληρώσει τὸ ἔλλειμμα τῆς ἀξιοπιστίας της, ἡ κυβέρνηση Μητσοτάκη ἔχει ἐπιλέξει τὸν ὀλισθηρὸ δρόμο τῆς ποινικῆς καταστολῆς τῆς ἀντίθετης ἄποψης. Ὁ σκληρὸς νεοφιλελευθερισμὸς ποὺ κυβερνᾶ τὴ χώρα, παίρνει ὅλο καὶ μεγαλύτερο διαζύγιο ἀπὸ τὴ Δημοκρατία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *
You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>