Σε ανακοίνωσή του το ΣτΕ διευκρινίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του νόμου για την ίδρυση και λειτουργία μη
Τις αποφάσεις έλαβε η επταμελής σύνθεση του Γ΄ Τμήματος υπό την προεδρία του αντιπροέδρου ΣτΕ Διομήδη Κυριλλόπουλου, με εισηγητή τον πάρεδρο Ευάγγελο Αργυρό.
Πρόκειται για μια θετική εξέλιξη, η οποία διασφαλίζει το επίπεδο της παρεχόμενης Ανώτατης Εκπαίδευσης στη χώρα μας από τον κίνδυνο της υποβάθμισης που άνοιξε η κυβερνητική “μανία” να σπεύσει ιδιωτικοποιήσει το χώρο της Ανώτατης Παιδείας χωρίς ούτε καν να περιμένει την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Για μας, όσο και αν είναι θετική η θέση που έλαβε τώρα το ΣτΕ για τις αδειοδοτήσεις, η οποία έως ένα σημείο επανορθώνει το σφάλμα της αναγνώρισης ως “συνταγματικού” του νόμου που τις επιτρέπει, ο νόμος βάσει του οποίου αδειοδοτήθηκαν ως ΑΕΙ τα εν λόγω νομικά πρόσωπα είναι αντίθετος με το άρθρο 16 του Συντάγματος, που όπως δεχόταν το ίδιο το ΣτΕ με πάγια νομολογία ετών με σαφήνεια και χωρίς περιθώριο ερμηνείας, απαγορεύει ρητά να ιδρύει ΑΕΙ άλλος στη χώρα εκτός από το Δημόσιο . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και με το άρθρο 117 παρ 3 για τη ρητή απαγόρευση κάθε δραστηριότητας στα καμμένα δάση εκτός από αναδάσωση δεν έσφαλε απλώς. Σε διατάξεις σαφέστατες που δεν χωρούν ερμηνεία, εμφάνισε δική του εκδοχή του περιεχομένου των άρθρων του Συντάγματος ως “ερμηνεία”. Και το έπραξε καθ΄υπέρβαση αρμοδιότητας, αφύ τα Δικαστήρια μπορούν να ερμηνεύουν όταν η διατύπωση του νόμου αφήνει κενά ή αμφιβιολίες, όχι όμως όταν η δατύπωση δεν αφήνει ούτε αμφιβολίες, ούτε κενά, να “ξαναγράφουν” το νόμο υπό το κάλυμμα της “ερμηνείας”.
Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 117 παρ. 3 για τα καμμένα, και στη περίπτωση της ανώτατης εκπαίδευσης ζητάμε αυστηρή τήρηση της απόλυτης συνταγματικής απαγόρευσης μη κρατικών ΑΕΙ που προβλεπει ρητά το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Παραθέτουμε την αυστηρή διατύπωση της ανακοίνωσης του Συλλόγου ΔΕΠ του Παντείου Παεπιστημίου σε σχέση με την απόφαση του ΣτΕ περί συνταγματικότητας της ίδρυσης ιδιωτικών ΑΕΙ που είχαμε επικαλεσθεί όταν σχολιάσαμε την εξέλιξη αυτή: “Η πλειοψηφία του δικαστηρίου, εναρμονιζόμενη πλήρως με το κυβερνητικό αφήγημα και πραγματοποιώντας λογικές ακροβασίες, θεώρησε ότι οι όροι “αποκλειστικά” (“Η ανώτατη εκπαίδεση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση” 16 παρ. 5) και “απαγορεύεται” (“Η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται” 16 παρ. 8 εδ. β’) σημαίνουν “όχι πάντα” και “επιτρέπεται”!…” Το ολίσθημα είναι βαρύτατο και διπλό. Δεν παραβιάστηκε ευθέως μόνο το άρθρο 16 του Συντάγματος. Λόγω της σαφήνειας της διάταξης, δεν υπάρχει “κενό” στην κατανόησή της. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είχε ούτε αρμοδιότητα, ούτε δικαίωμα να προχωρήσει σε “ερμηνεία” της. Μια τέτοια “ερμηνεία” συνιστά κατάργηση των συνταγματικών διατάξεων που δεν μας αρέσουν, ενώ τούτο μόνο με αναθεώρηση επιτρέπεται.

